Ενδελέχεια

Τι τραγούδι να σου πω    28/2/08


Τι τραγούδι να σου πω που να σε ξέρει
Να’ ναι εκεί όταν γελάς κι όταν φοβάσαι
Να’ ναι εκεί όταν μεθάς κι όταν λυπάσαι
Κι όταν κρύβεσαι στης μοναξιάς τα μέρη

Τι τραγούδι να σου πω
Εκεί που πας
Να μη μοιάζει με κανένα
Μα να μοιάζει μ’ όλα όσα αγαπάς

Τι τραγούδι να σου πω, που να’ χει αέρα
Σαν κι αυτά μες τις κασέτες που’ χουν λιώσει
Γιατί πάτησαν το χρόνο, σ’ έχουν νιώσει
Πήραν σήκωσαν το φως κι εδώ το φέραν

Τι τραγούδι να σου πω, χωρίς ουσία
Να το φτύνουν οι σοφοί κι οι μπερδεμένοι
Να γεννιέται στα ρηχά κι εκεί να μένει
Να μην έχει ούτε λάμψη, ούτε αξία…

Μα να φέγγει στη δική σου καταχνιά

Advertisements
Published in: on Φεβρουαρίου 28, 2010 at 12:38 μμ  Σχολιάστε  

Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΣΕΙΡΗΝΩΝ

Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΣΕΙΡΗΝΩΝ

*

ΟΠΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΟΤΙ σωτήρια μπορεί να φανούν και τα ανεπαρκή, ακόμη και τα παιδαριώδη μέσα:

Για να προφυλαχτεί από τις Σειρήνες, ο Οδυσσέας έφραξε τα αυτιά του με κερί και έβαλε να τον αλυσοδέσουν στο κατάρτι. Κάτι ανάλογο, ασφαλώς, θα μπορούσαν να κάνουν ανέκαθεν όλοι οι ταξιδιώτες -εκτός από εκείνους που οι Σειρήνες πρόφταιναν να τους σαγηνεύσουν από μακριά- ήταν όμως παγκοσμίως γνωστό ότι δεν ωφελούσε. Το τραγούδι των Σειρήνων διαπερνούσε τα πάντα, και το πάθος των σαγηνευμένων δεν ήταν ικανό να σπάσει μόνο αλυσίδες και κατάρτια. Αυτό ο Οδυσσέας δεν το σκέφτηκε, αν και πολύ πιθανόν το είχε ακουστά. Εναπέθεσε τις ελπίδες του σε μια χούφτα κερί και μια αρμαθιά αλυσίδες, και γεμάτος αθώα χαρά για τα πενιχρά του μέσα, έβαλε πλώρη για τις Σειρήνες.

Οι Σειρήνες όμως έχουν ένα όπλο πιο φοβερό και από το τραγούδι: τη σιωπή τους. Και πιθανότερο, παρόλο που δεν έτυχε ποτέ, θα ήταν να γλιτώσεις από το τραγούδι τους, παρά από τη σιωπή τους. Τίποτε στον κόσμο αυτόν δεν μπορεί να αντισταθεί στο αίσθημα πως τις νίκησες με το σπαθί σου, ούτε στην αλαζονεία που επακολουθεί και σαρώνει τα πάντα.

Κι η αλήθεια είναι πως δεν τραγουδούσαν οι τρομερές Σειρήνες καθώς τις ζύγωνε ο Οδυσσέας – γιατί πίστευαν, ίσως, ότι με τη σιωπή τους μόνο θα νικούσαν τούτο τον αντίπαλο – εκτός κι αν, βλέποντας τόση ευτυχία στο πρόσωπο του Οδυσσέα, που μόνο το κερί σκεφτόταν και τις αλυσίδες του, λησμόνησαν κάθε τραγούδι.

Ο Οδυσσέας όμως, τη σιωπή τους, ας μου επιτραπεί η έκφραση, δεν την άκουσε: του φάνηκε πως τραγουδούσαν, και πως μόνο εκείνος δεν τις άκουγε, επειδή είχε λάβει τα μέτρα του. Πριν ξεκινήσει, έριξε μια κλεφτή ματιά, είδε τον καμπυλωμένο λαιμό, τις βαθιές ανάσες, τα δακρυσμένα μάτια, το μισάνοιχτο στόμα, και πίστεψε πως όλα αυτά συνόδευαν τις άριες που ανάκουστες αντηχούσαν γύρω του. Κι έπειτα δεν τις ξανακοίταξε, γύρισε το βλέμμα του πέρα, μα­κριά, κι εμπρός στην αταλάντευτη απόφασή του οι Σειρήνες κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν, τόσο που, κι όταν βρέθηκε κοντά τους, μήτε που τις πρόσεξε.

Εκείνες όμως, ωραιότερες παρά ποτέ, συστρέφονταν, τεντώνονταν, παράδερναν τα απαίσια μαλλιά τους με τον άνεμο, και τα γαμψά τους νύχια σέρνονταν πάνω στα βράχια. Και πια δεν ήθελαν να ξελογιάσουν – μόνο να κρατήσουν ένα καθρέφτισμα από τα μεγάλα μάτια του Οδυσσέα ήθελαν, όσο γινόταν πιο πολύ.

Αν οι Σειρήνες είχαν συνείδηση, εκείνη η φορά θα ήταν το τέλος τους. Τίποτε δεν έπαθαν όμως – απλώς, ο Οδυσσέας τους ξέφυγε.

Στην ιστορία αυτή υπάρχει πάντως κι ένα υστερόγραφο: Ο Οδυσσέας ήταν, λένε, τόσο πολυμήχανος, τέτοια αλεπού, που μήτε η Θεά του Πεπρωμένου δεν μπορούσε να διαβάσει την ψυχή του. Και ίσως, αν και κάτι τέτοιο υπερβαίνει την ανθρώπινη λογική – ίσως να πρόσεξε στ’ αλήθεια πως σωπαίναν οι Σειρήνες, κι όλες αυτές οι προσποιήσεις που αναφέραμε, ήταν κάτι σαν ασπίδα, που την όρθωσε μπροστά τους, και μπροστά στους θεούς.

Published in: on Φεβρουαρίου 27, 2010 at 4:07 μμ  Σχολιάστε  

Είμαι ελαφρύς

Είμαι ελαφρύς
Σαν βολτίτσα στο κενό
Σαν πολύχρωμο μπαλόνι
Είμαι ελαφρύς
Σαν talk show ανιαρό
Σαν χειμώνας που σαρώνει
Είμαι ελαφρύς x2
Μια χαρούμενη κραυγή μες τη φούρια του σφαγίου
Είμαι ελαφρύς
Σουξεδάκι λαικό σε κελί ψυχιατρίου
Είμαι ελαφρύς x2
Πρωινή γυμναστική μες το στόμα του θηρίου
Είμαι ελαφρύς
Σαν γιορτούλα παιδική σε προθάλαμο πορνείου
Είμαι ελαφρύς x2
Σουξεδάκι λαικό σε κελί ψυχιατρίου
Είμαι ελαφρύς
Σαν βροχούλα τοξική, σαν βομβίτσα νετρονίου
Είμαι ελαφρύς
σαν βομβίτσα νετρονίου

Κάποιος μέσα μου γελάει
μια ουρλιάζει, μια σωπαίνει
κάτι μέσα μου χαλάει
κάτι μέσα μου αρρωσταίνει
κάποιος μέσα μου ρωτάει
πως το αντέχω και σωπαίνει
κάτι μέσα μου χαλάει
κάτι μέσα μου πεθαίνει
κάποιος μέσα μου γελάει
κάτι μέσα μου πεθαίνει
κάτι μέσα μου χαλάει
κάποιος μέσα μου σωπαίνει
κάτι μέσα μου χαλάει
κάτι μέσα μου αρρωσταίνει
κάποιος μέσα μου ρωτάει
τι στο διάολο με βαραίνει?
τι με βαραίνει?
ποιος με βαραίνει?
Eίμαι ελαφρύς!
Eίμαι ελαφρύς σαν βολτίτσα στο κενό
σαν στο κενό
είμαι ελαφρύς
σαν βολτίτσα στο κενό
σουξεδάκι λαικό
τι με βαραίνει
τι με βαραίνει
είμαι ελαφρύς
Σαν βολτίτσα στο κενό
Σαν βολτίτσα στο κενό

Published in: on Φεβρουαρίου 26, 2010 at 10:41 μμ  Σχολιάστε  

Ενδελέχεια

Κάντε πέρα

Κάντε πέρα.
Κάντε πέρα και μου τρώτε τον αέρα.
Πάτε πάσο.
Πάτε πάσο ή θα βγώ να σας χαλάσω.
Βγείτε έξω.
Βγείτε έξω δε μπορώ να σας αντέξω.
Μπείτε μέσα.
Μπείτε μέσα σας τελείωσε η μπέσα.
Μην κοιμάστε,
τη δική μας τη φωνή να τη φοβάστε.
Θέλω χώρο.
Θέλω χώρο,γκαζωμένο ασθενοφόρο,
το φανάρι,
το φανάρι να περάσω κι όποιον πάρει.
Δώστε πάσα.
Στο παιχνίδι και στη μάσα.
Είναι κι άλλοι,
είναι κι άλλοι που΄χουν στο λαιμό κερφάλι.
Μην κοιμάστε,
τη δική μας τη φωνή να τη φοβάστε.
Πάρτε δρόμο.
Πάρτε δρόμο.Τα υπάρχοντα στον ώμο
κι άντε βρείτε
κι άντε βρείτε που θα βρείτε να κρυφτείτε.
Τι κοιτάτε;
Τι κοιτάτε;Που θα βρείτε αλλού να πάτε;
Σας τυφλώνει,
Σαν κυκλώνας η αλήθεια σας κυκλώνει.
Τι κοιτάτε;
Τη δική μας τη ζωή δεν τη γαμάτε.

Published in: on Φεβρουαρίου 26, 2010 at 10:39 μμ  Σχολιάστε  

Tι νέοι που φτάσαμεν εδώ…

Tι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος
του κόσμου, δώθε απ’ τ’ όνειρο και κείθε από τη γη!
Όταν απομακρύθηκεν ο τελευταίος μας φίλος,
ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιωνία πληγή.

Mε μάτι βλέπουμε αδειανό, με βήμα τσακισμένο
τον ίδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός,
νιώθουμε τ’ άρρωστο κορμί, που εβάρυνε, σαν ξένο,
υπόκωφος από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός.

H ζωή διαβαίνει, πέρα στον ορίζοντα σειρήνα,
μα θάνατο, καθημερνό θάνατο και χολή
μόνο, για μας η ζωή θα φέρει, όσο αν γελά η αχτίνα
του ήλιου και οι αύρες πνέουνε. Kι είμαστε νέοι, πολύ

νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ’ ένα βράχο,
το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά,
χάνεται και ρωτιόμαστε τι να ‘χουμε, τι να ‘χω,
που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ’ έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!

Published in: on Φεβρουαρίου 26, 2010 at 8:25 μμ  Σχολιάστε  

Ενδελέχεια

Διαμαντένια προβλήτα

Ξεγραμμένες μανάδες,
ξεπεσμένοι μπαμπάδες,
χρόνια τώρα,νεκροί εραστές.
Της ζωής τους ο χώρος,
σιώπηλή λεωφόρος,
που γυρεύει μια πόρτα στο χτές.
Να,τα όνειρα!πάρ’τα!
Τώρα πάνω σε κάρτα
θα χτυπάμε αυτά που αγαπάμε.
Γεννημένοι σε φάκα.
Γαμημένοι για πλάκα,
κάποια νύχτα που είχες ανία.
Σα λυγμός ακροβάτη,
σαν πορνείου κρεβάτι,
που χτυπάς σιωπηλά,με μανία.
Να,τα όνειρα!πάρ’τα!
Τώρα πάνω σε κάρτα
θα χτυπάμε αυτά που αγαπάμε.
Σαν πληγή που δεν κλείνει
και το αίμα αφήνει
να κυλά σα φευγάτο ποτάμι.
Σαν κλισέ σε ταινία,
με νονούς και μαφία,
σα μυαλά κολλημένα στο τζάμι.
Να,τα όνειρα!πάρ’τα!
Τώρα πάνω σε κάρτα
θα χτυπάμε αυτά που αγαπάμε.
Ό,τι θέλεις σου δίνουν.
Το Θεό τους προδίνουν
αν εσύ τους το πείς για φαντάσου!
Δώσ’τους ένα πηρούνι
και για σένα γουρούνι,
την καρδιά τους θα φάνε μπροστά σου.
Να,τα όνειρα!πάρ’τα!
Τώρα πάνω σε κάρτα
θα χτυπάμε ό,τι αγαπήσαμε,φώς μου.
Να,τα όνειρα!κοίτα,
διαμαντένια προβλήτα,
σε μια λίμνη στην άκρη του κόσμου.

Published in: on Φεβρουαρίου 25, 2010 at 9:50 μμ  Σχολιάστε  

Ένας απάτσι στα pubs

1. Γελάς, που και που χαχανάς
Και την ώρα περνάς
Στα pubs νυχτογυρνάς
Και γνωστούς συναντάς.

Αργά να τρως τ’ αγγούρι
Μπας και σου φέρει γούρι
Τα ζωδιακά να τα μάθεις απ’ έξω
Πάει καλά κι ο Morrison ο Jim
Στης μόδας τα μπλου τζιν.

Μου σηκώνεσαι, μωρό μου
Με μουσική στερεοφώνου…

Επαναστάτες, αναρχικοί
Ροκάδες, φρικιά, όλοι μαζί

Μην καρφωνόμαστε, μωρό μου
Θ’ ανοίξω μαγαζί δικό μου…

2. Μαλλιά άφησες μακριά
Κόντρα στη μαμά
Μετά, θα τη βολέψεις κι εσύ
Όπως όλα τα παιδιά.

Πάλι καλά που οι μπάτσοι
Μας θεωρούν απάτσι
Και μας μαζεύουν που και που
Στα κρατητήριά τους.

Κι οι φυλακές, γεμίσανε κι αυτές
Για να ‘χεις και να λες:
Στην μπάντα η ζωή πεθαίνει
Κι η μουσική μου αφήνει γένι!…

Επαναστάτες, αναρχικοί
Ροκάδες, φρικιά, όλοι μαζί
Μην καρφωνόμαστε, μωρό μου
Το μαγαζί είναι δικό μου…

Published in: on Φεβρουαρίου 25, 2010 at 9:46 μμ  Σχολιάστε  

Σ’ ΟΣΟΥΣ ΣΠΑΣΑΝΕ

Σ’ ΟΣΟΥΣ ΣΠΑΣΑΝΕ
Σ’ ΟΣΟΥΣ ΚΡΑΤΑΝΕ
Κουρελιασμένοι απ’ τ’ αγριεμένα κύματα
πεταμένα υπολείμματα για πάντα από δω και μπρος
στο σκοτεινό θάλαμο της γης
με ισκιωμένο το μυαλό
απ’ το ξέφρενο κυνηγητό
τις ασάλευτης πορείας των άστρων
οι τελευταίοι
απόθεσαν το κουρασμένο κεφάλι τους
θυσία
στην τελετουργία των ανεμοστρόβιλων καιρών.
Κι άνθρωποι δεν υπήρχανε.
κι ένα άσπρο χιόνι σιωπής
σκέπασε οριστικά τις βυθισμένες πόλεις…

Published in: on Φεβρουαρίου 24, 2010 at 11:17 μμ  Σχολιάστε  

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μέτς.
Κάνουν ότι λάχει.
Πλασιέ τσελεμεντέδων και εγκυκλοπαιδειών
φτιάχνουν δρόμους και ενώνουν έρημους
Διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος
επαγγελματίες επαναστάτες
παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν
τώρα παίρνουν χάπια
και οινόπνευμα για να κοιμηθούν
αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται.
Εμένα οι φίλοι μου είναι σύρματα τεντωμένα
στις ταράτσες παλιών σπιτιών
Εξάρχεια Βικτόρια Κουκάκι Γκύζη.
Πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια
Τις ενοχές σας αποφάσεις συνεδρίων
δανεικά φουστάνια
σημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίες
απειλητικές σιωπές κολπίτιδες
ερωτεύονται ομοφυλόφιλους
τριχομονάδες καθυστέρηση
το τηλέφωνο το τηλέφωνο το τηλέφωνο
σπασμένα γυαλιά το ασθενοφόρο κανείς.
Κάνουν ότι λάχει.
Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή
Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα
γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο
γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα
γιατί η δικιά σας μόνο για γλείψιμο κάνει.
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα
στα χέρια σας. Στο λαιμό σας.
Οι φίλοι μου.

Published in: on Φεβρουαρίου 24, 2010 at 11:16 μμ  Σχολιάστε  

25 ΜΑΪΟΥ

Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα βγω στους δρόμους
όπως και χτες.
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά
ένα κομμάτι από τον πατέρα
κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα
-αυτά που μ’ άφησαν-
και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν.
Και τους φίλους μας που χάθηκαν.
Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα
ίσα ολόισα στη φωτιά
και θα μπω όπως και χτες
φωνάζοντας «φασίστες!!»
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
μ’ ένα κόκκινο λάβαρο
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.
Θ’ ανοίξω την πόρτα
και είναι -όχι πως φοβάμαι-
μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα
και πως εσύ πρέπει να μάθεις
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο
χωρίς όπλα όπως εγώ
– γιατί εγώ δεν πρόλαβα-
γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ
«έτσι»  «αόριστα»
σπασμένη σε κομματάκια
από θάλασσα, χρόνια παιδικά
και κόκκινα λάβαρα.
Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα χαθώ
με τ΄όνειρο της επανάστασης
μες την απέραντη μοναξιά
των δρόμων που θα καίγονται,
μες την απέραντη μοναξιά
των χάρτινων οδοφραγμάτων
με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις!-
Προβοκάτορας.

Published in: on Φεβρουαρίου 24, 2010 at 11:15 μμ  Σχολιάστε