Είπα να ζω

Είπα να ζω

Κει που ζητάν

Να το ξεχάσω

Να ασπαστώ

Τα δάκρυα μου

Πριν ξεσπάσω

Είμαι οι στιγμές

Που δε φοβούνται

Μην τις κλέψουν

Είμαι ο δρόμος

Που αδημονεί

Να αλητέψουν

Είπα να βγω

Απ’ τα σύνορα μου

Ψάχνω χάρτη

Να εξοριστώ

Στη ρεματιά

Ενός αντάρτη

Είμαι μια ώρα

Που αφήνει πίσω

Την κλεψύδρα

Είμαι μια χώρα

Για τους εχθρούς

Λερναία Ύδρα

Advertisements
Published in: on Μαρτίου 29, 2010 at 1:33 μμ  Σχολιάστε  

Προσχέδια για τη Μακρόνησο

Ι

Με το μελτέμι σου που δυναμώνει τη νύχτα

Με τη νύχτα σου που δυναμώνει τη σιωπή

Και μ’ ένα συρματόπλεγμα τριγύρω στην καρδιά σου

Νησί που κανείς σεισμός δε θα σε καταπιεί

Μακρύ σαν πέτρινη μαγνητική βελόνη

Να δείχνεις το βοριά και το νότο της πορείας της ιστορίας του χρόνου

Κι η θάλασσα κυλάει και φεύγει

Κι η θάλασσα κυλάει και φεύγει

Η θάλασσα δεν τ’ αντέχει αυτά τα βράχια

ΙΙ

ΒΕΤΟ, ΑΕΤΟ, ΓΕΤΟ, ΣΦΑ, το Γάμμα Κέντρο

Απ’ την κορφή ως τα νύχια πέτρα

Τ’ αντίσκηνα σα σβόλοι λάσπη

Ένα κομμάτι λάσπη οι ανθρώποι

Τρεμόσβηνε η ψυχή γινόταν χώμα

Φασματικές λάμπες κόβανε τα πρόσωπα

Φωτίζοντας μάτια τρελών

Στόματα που ξεχύναν έντομα

Κι ο άνεμος μες τις χοντρές αρβύλες του βασανιστή

Μαστίγωνε τ’ άγριο βουνό με τη ζωστήρα του

V

Έτσι έμαθα πόσο βαριά είναι η άμμος

Πόσο σκληρή είναι η πέτρα που δε σπάει

Πώς ξεριζώνονται τα σκίνα κι  οι αφάνες

Η άμμος έμεινε για πάντα μες στο στόμα μου

Η πέτρα για πάντα στην καρδιά μου

Τ’ αγκάθια μείναν για πάντα καρφωμένα μες στα νύχια μου

(μελοποιημενα απο Ωχρά Σπειροχαίτη)

Published in: on Μαρτίου 29, 2010 at 1:31 μμ  Σχολιάστε  

Η πομπή

Βλέπω μια πομπή τη λεωφόρο να κόβει στη μέση

Είναι μια κηδεία εργάτη που του’ λαχε να πέσει

Στο θάνατο που ο αφέντης του κρατάει πάντα μια θέση

Το μεροκάματο θανάσιμος τζόγος που κόβεται στη μέση

Κλειστός ο ουρανός, βουβό το μποτιλιάρισμα, αδιάφορη πόλη

Τα στεφάνια, ο παπάς, οι ανθοδέσμες, οι συνάδελφοι όλοι

Χαρούμενοι βαθιά που θα ζουν την επόμενη σχόλη

Οι κηδείες βγάζουν βόλτα τις μνήμες πριν μπουν στη φορμόλη

Πόσο απλά τ’ αφεντικά τελειώνουν τον εργάτη στο μνήμα

Ο ήλιος, οι βρισιές και τα γέλια με κομμένο το νήμα

Αμνηστεύει η πομπή τους φονιάδες απ’ το μεγάλο κρίμα

Και κάνει μια φορά ακόμα προς το θάνατο ένα βήμα

Μυξοκλάματ’ αγκαλιές κονιάκ συγγενείς και παιδιά

κόλυβα κατάρες κρασί του σαβάνου ψαλιδιά

Το εργοστάσιο δουλεύει αυτή την ώρα κατάμουτρη βρισιά

Βιαστικά η πομπή θα διαλυθεί σαν σπασμένη αρμαθιά

Δίχως μια γροθιά, μια κραυγή μ’ ένα θλιμμένο καλησπέρα

Αιώνια στη μνήμη σου το εργοστάσιο θα παράγει κάθε μέρα

Τ’ αφεντικό σε χαιρετά απ’ το καζίνο και την κρουαζιέρα

Οι συνάδελφοι βολεύονται σαν πιόνια στης κάλπης τη σκακιέρα

Published in: on Μαρτίου 29, 2010 at 1:28 μμ  Σχολιάστε  

Modus Vivendi

Να αφήνεσαι στης θάλασσας το ρεύμα

Να λιμνάζεις κει που πρόσκαιρα αγάπησες

Ν’ αναλώνεσαι διαγνώνοντας χωρίς σκοπό

Περιπτώσεις αθεράπευτες

Να πληθαίνεις

Να προσμένεις τάχα μιαν άνοιξη

Με τη νωχέλεια ηλιόλουστης ημέρας

Μέρας που άξαφνα ναυάγησε

Μες τις κατάφωτες παραθαλάσσιες πόλεις

Να πληθαίνεις

Να’ σαι κατάμονος κι όμως κρυμμένος

Κρυμμένος μέσα σε χιλιές καρδιές

Να περάσεις στο αίμα αυτών που σ’ αγκαλιάσαν

Σ’ αγκαλιάσαν πρόσκαιρα

Να πληθαίνεις

(Αλέξης Ασλάνογλου)

Published in: on Μαρτίου 29, 2010 at 1:25 μμ  Σχολιάστε  

Τα χρώματα

Θυμάσαι που περπάτησα στα χρώματα

Πάνω απ’ το φως τα ξημερώματα

Σαν άγιος και τρελός χαμογελούσα

Ήμουν χαρταετός και μ’ αμολούσα

Μπορώ από τότε τα μικρά μου θαύματα

Αφού διαλέξω ώρα τόπο πράγματα

Δεν είναι οι ευχές μου παραμύθι πια

Τις έχω αρπάξει με το χέρι απ’ τα μαλλιά

Όμως να ξέρεις κανείς δεν ήταν έτσι πάντα

Δεν του’ δωσαν μια δύναμη που έκανε τα κουμάντα

Ανοίγεις πάντα δρόμο σε πολλούς χάρτες μαζί

Κι αυτός είναι ο δρόμος σου που θα σ’ ακολουθεί

Χάδι που πέτρωσε σα διαταγή

Στοιχειώνει πάντα την παιδική μου γη

Σπασμένο τ’ όνομα μου στον καθρέφτη

Σπασμένο γέλιο από τ’ όνειρο μου πέφτει

Βρισιές μου κλέψαν τα φωνήεντα

Τα σύμφωνα φτωχά αλλά βαρυσήμαντα

Φωνές που πλέξαν τα κλαδιά τους στα δικά μου

Πήραν μαζί τους μακριά τα όρια μου

Όμως να ξέρεις δεν μπορεί να είναι έτσι πάντα

Εσύ βρίσκεις τη δύναμη που κάνει τα κουμάντα

Ανοίγεις πάντα δρόμο σε πολλούς χάρτες μαζί

Κι αυτός είναι ο δρόμος σου που θα σ’ ακολουθεί

Ούτε στιγμή δεν σ’ έκανα στην άκρη

Μα ούτε και σε χτύπησα ποτέ στην πλάτη

Δεν μου’ πες αν πιστεύεις πως υπάρχει δρόμος

Σε συναντώ μα και σε χάνω ταυτοχρόνως

Βλέπεις τα χρώματα το φως τα ξημερώματα

Σταγόνες στο παρμπρίζ ψεύτικ’ αρώματα

Στην πόρτα μας αδημονούν τα θαύματα

Όλα απ’ τη ζωή κλεμμένα πράγματα

Όμως έχε το στο νου σου δε θα’ ναι έτσι πάντα

Κάθε σταυροδρόμι κρύβει μια ιντιφάντα

Από τη μια δειλοί και ήρωες από την άλλη θαύματα

Μη βιάζεσαι ποτέ σου’ χω σκεπάσματα

Published in: on Μαρτίου 29, 2010 at 1:23 μμ  Σχολιάστε  

ΔΡΟΜΟΣ

Τώρα μακραίνουνε
πύργοι, παλάτια.
Κλαίνε μου οι θύμησες,
κλαίνε τα μάτια.

Τώρα θανάσιμη
νύχτα με ζώνει.
Μέσα μου ογκώνονται
οι άφραστοι πόνοι.

Μ’ είδαν, προσπέρασαν
όσοι αγαπάω.
Μόνος απόμεινα
κι έρημος πάω.

Πόσο τ’ ανέβασμα
του άχαρου δρόμου!
Στρέφω κοιτάζοντας
προς τ’ όνειρό μου:

Μόλις και φαίνονται
οι άσπρες εικόνες.
Τ’ άνθη, χαμόγελα
μες στους χειμώνες.

Αεροσαλεύουνε
κρίνοι και χέρια.
Ηλιοι τα πρόσωπα,
μάτια τ’ αστέρια

Είναι και ανάμεσα
σ’ όλα η Αγάπη:
Στο πρωτοφίλημα
κόρη που εντράπη.

Κι όλο μακραίνουνε
πύργοι, παλάτια.
Κλαίνε μου οι θύμησες,
κλαίνε τα μάτια…

Τώρα μακραίνουνε
πύργοι, παλάτια.
Κλαίνε μου οι θύμησες,
κλαίνε τα μάτια.

Τώρα θανάσιμη
νύχτα με ζώνει.
Μέσα μου ογκώνονται
οι άφραστοι πόνοι.

Μ’ είδαν, προσπέρασαν
όσοι αγαπάω.
Μόνος απόμεινα
κι έρημος πάω.

Πόσο τ’ ανέβασμα
του άχαρου δρόμου!
Στρέφω κοιτάζοντας
προς τ’ όνειρό μου:

Μόλις και φαίνονται
οι άσπρες εικόνες.
Τ’ άνθη, χαμόγελα
μες στους χειμώνες.

Αεροσαλεύουνε
κρίνοι και χέρια.
Ηλιοι τα πρόσωπα,
μάτια τ’ αστέρια

Είναι και ανάμεσα
σ’ όλα η Αγάπη:
Στο πρωτοφίλημα
κόρη που εντράπη.

Κι όλο μακραίνουνε
πύργοι, παλάτια.
Κλαίνε μου οι θύμησες,
κλαίνε τα μάτια…

Published in: on Μαρτίου 28, 2010 at 9:31 πμ  Σχολιάστε  

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Ασημένιο το μέτωπο. Και ωραία
τα μάτια σου εφωσφόριζαν γαλάζα.
Το πιάνο καθώς άνοιγες, δυο νέα
τριαντάφυλλα τρεμίζανε στα βάζα.
μα οι κρόταφοί σου ρόδα πλέον ωραία.

Επάλευαν τα χέρια σου, εκερδίζαν·
τα πλήχτρα υποχωρούσανε· τις νότες,
τη μελωδία σαν έπαθλο χαρίζαν.
Ακούαμε. Και τα αισθήματα, δεσμώτες
που την ελευτερία τους εκερδίζαν.

Δεν θυμούμαι καλά, πέρασαν χρόνια,
πώς είχες όμως λέω και τραγουδήσει·
εξόν αν εκελάηδησαν αηδόνια.
Λάλο ή βουβό, το χείλο σου είναι βρύση,
ελάφια κουρασμένα εμέ τα χρόνια.

Η πεταλούδα πάντα θα πετάξει
αφήνοντας στα δάχτυλα τη γύρη.
Θρίσμα το αντίο, το χέρι σου μετάξι,
κι εχάθηκες. Από το παραθύρι
η πεταλούδα πάντα θα πετάξει…

Ασημένιο το μέτωπο. Και ωραία
τα μάτια σου εφωσφόριζαν γαλάζα.
Το πιάνο καθώς άνοιγες, δυο νέα
τριαντάφυλλα τρεμίζανε στα βάζα.
μα οι κρόταφοί σου ρόδα πλέον ωραία.

Επάλευαν τα χέρια σου, εκερδίζαν·
τα πλήχτρα υποχωρούσανε· τις νότες,
τη μελωδία σαν έπαθλο χαρίζαν.
Ακούαμε. Και τα αισθήματα, δεσμώτες
που την ελευτερία τους εκερδίζαν.

Δεν θυμούμαι καλά, πέρασαν χρόνια,
πώς είχες όμως λέω και τραγουδήσει·
εξόν αν εκελάηδησαν αηδόνια.
Λάλο ή βουβό, το χείλο σου είναι βρύση,
ελάφια κουρασμένα εμέ τα χρόνια.

Η πεταλούδα πάντα θα πετάξει
αφήνοντας στα δάχτυλα τη γύρη.
Θρίσμα το αντίο, το χέρι σου μετάξι,
κι εχάθηκες. Από το παραθύρι
η πεταλούδα πάντα θα πετάξει…

Published in: on Μαρτίου 28, 2010 at 9:27 πμ  Σχολιάστε  

ΜΟΝΟ

Αχ, όλα έπρεπε να ‘ρθουν καθώς ήρθαν!
Οι ελπίδες και τα ρόδα να μαδήσουν.
Βαρκούλες να μου φύγουνε τα χρόνια,
να φύγουνε, να σβήσουν.

Ετισ, όπως εχωρίζαμε τα βράδια,
για πάντα να χαθούνε τόσοι φίλοι.
Τον τόπο που μεγάλωνα παιδάκι
ν’ αφήσω κάποιο δείλι.

Τα ωραία κι απλά κορίτσια — ω, αγαπούλες! —
η ζωή να μου τα πάρει, χορού γύρος.
Ακόμη ο πόνος, άλλοτε που ευώδα,
να με βαραίνει στείρος.

Ολα έπρεπε να γίνουν. Μόνο η νύχτα
δεν έπρεπε γλυκιά έτσι τώρα να ‘ναι,
να παίζουνε τ’ αστέρια εκεί σαν μάτια
και σα να μου γελάνε.

Αχ, όλα έπρεπε να ‘ρθουν καθώς ήρθαν!
Οι ελπίδες και τα ρόδα να μαδήσουν.
Βαρκούλες να μου φύγουνε τα χρόνια,
να φύγουνε, να σβήσουν.

Ετισ, όπως εχωρίζαμε τα βράδια,
για πάντα να χαθούνε τόσοι φίλοι.
Τον τόπο που μεγάλωνα παιδάκι
ν’ αφήσω κάποιο δείλι.

Τα ωραία κι απλά κορίτσια — ω, αγαπούλες! —
η ζωή να μου τα πάρει, χορού γύρος.
Ακόμη ο πόνος, άλλοτε που ευώδα,
να με βαραίνει στείρος.

Ολα έπρεπε να γίνουν. Μόνο η νύχτα
δεν έπρεπε γλυκιά έτσι τώρα να ‘ναι,
να παίζουνε τ’ αστέρια εκεί σαν μάτια
και σα να μου γελάνε.

Published in: on Μαρτίου 28, 2010 at 9:24 πμ  Σχολιάστε  

ΕΥΓΕΝΕΙΑ

Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και γίνε σαν αηδόνι,
και γίνε σα λουλούδι.
Πικροί όταν έλθουν χρόνοι,
κάνε τον πόνο σου άρπα
και πέ τονε τραγούδι.

Μη δέσεις την πληγή σου
παρά με ροδοκλώνια.
Λάγνα σου δίνω μύρα
— για μπάλσαμο — και αφιόνια.
Μη δέσεις την πληγή σου,
και το αίμα σου, πορφύρα.

Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»
μα κράτα το ποτήρι.
Κλότσα τις ημέρες σου όντας
θα σου ‘ναι πανηγύρι.
Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»
με λέγε το γελώντας.

Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και δρόσισε τα χείλη
στα χείλη της πληγής σου.
Ένα πρωί, ένα δείλι,
κάνε τον πόνο σου άρπα
και γέλασε και σβήσου.

Published in: on Μαρτίου 28, 2010 at 9:16 πμ  Σχολιάστε  

Αισιοδοξία

Aς υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Aς υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ’ αυτοκρατορικήν εξάρτυση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ’ ουρανού
και με τον ήλιον όπου θα τα διαπεράσει.

Aς υποθέσουμε πως είμαστε εκειπέρα,
σε χώρες άγνωστες της Δύσης, του Bορρά·
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχτεί κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.

Aς υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν
τα παντελόνια μας, και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε -σημαίες στον άνεμο χτυπούν-
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.

Aς υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, το τραγούδι να μοιάσει
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής-
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.

Published in: on Μαρτίου 28, 2010 at 9:09 πμ  Σχολιάστε