Ξεριζώνω τις λέξεις…

Ξεριζώνω τις λέξεις μία – μία
απ’ το λαρύγγι μου.
Αν στάζουν αίμα
τυλιξ’ τες στο μαντίλι σου
τυλιξ’ τες με μπαμπάκι
η πάλι πιάσε τις με τη λαβίδα
και πες:
“Έτσι τα λέει,
για εντύπωση”.
Κάνε επιτέλους ο,τι θες.
Όμως δε φτάνει πια η σιωπή
δε φτάνουν πια τα λόγια.
Ξεριζώνω μια – μια σκέτες λέξεις
και σου τις στέλνω.

Published in: on Μαρτίου 30, 2011 at 6:49 μμ  Σχολιάστε  

Ρόδα Αειθαλή

Η ομορφιά των γυναικών που άλλαξαν τη ζωή μας
βαθύτερα κι από εκατό επαναστάσεις
δεν χάνεται, δεν σβήνει με τα χρόνια
όσο κι αν φθείρονται οι φυσιογνωμίες
όσο κι αν αλλοιώνονται τα σώματα.
Μένει στις επιθυμίες που κάποτε προκάλεσαν
στα λόγια που έφτασαν έστω αργά
στην εξερεύνηση δίχως ασφάλεια της σάρκας
στα δράματα που δεν έγιναν δημόσια
στα καθρεφτίσματα χωρισμών, στις ολικές ταυτίσεις.
Η ομορφιά των γυναικών που αλλάζουν τη ζωή
μένει στα ποιήματα που γράφτηκαν γι` αυτές
ρόδα αειθαλή αναδίδοντας το ίδιο άρωμα τους
ρόδα αειθαλή, όπως αιώνες τώρα λένε οι ποιητές.

Published in: on Μαρτίου 30, 2011 at 6:47 μμ  Σχολιάστε  

Η συμπεριφορά στα ξένα

1. Ζώντας/ προηγούμενα στη χώρα που γεννήθηκα

χρησιμοποιούσα κι εγώ τους αγκώνες μου μέσα στην ταραχή του πλήθους

ήθελα να τελειώνω τις δουλειές μου σύμφωνα με τη σειρά

καθόμουνα ότα κι οι άλλοι κάθονταν και

να μου κρατήσουν απαιτούσα ό,τι για μένα είχανε υπογράψει.

2. Όποιος δεν επιμένει για τις δίκαιες διεκδικήσεις του, φέρνεται ανήθικα.

Όποιος πετάει το δίκιο του στο δρόμο, αφήνει το δίκιο άδικο να γίνει.

Όποιος τον χυδαίο στη θέση του δε βάζει, τη χυδαιότητα ενθαρρύνει.

Όποιος δεν τρώει απ’ το κοινό τραπέζι, διαφθείρει τη συνείδηση αυτών που τρώνε.

3. Τώρα/ ζω σε ξένη γη, απ’ την πατρίδα μου κυνηγημένος.

Στέκομαι μπρος σ’ αυτούς που κάθονται, κάνω χώρο να περάσουνε

μπροστά αυτοί που ήρθανε μετά από μένα

και μένω σιωπηλός, όταν μου βάζουν τις φωνές.

4. Στο εξής να μην υπήρχε θα ‘θελα

κανένα απ’ τα δικαιώματα που η στενότητα δημιουργεί.

Καμιά διεκπεραίωση σύμφωνα με τη σειρά, μα

και καμιά στενότητα χρόνου. Καμιά

διάκριση σε πρόσωπα κι ούτε

προβλήματα που άλυτα να ‘ναι. Όχι

παρακάλια ή απαιτήσεις για μια θέση, μα

για όλους να φτάνουν οι καρέκλες.

5. Λοιπόν, όλοι θα επιθυμούσανε

να ‘χανε την ικανοποίηση να συμπεριφέρονται

σα να ‘τανε στα ξένα.

(Αν αυτός που δεν επιμένει για τις δίκαιες διεκδικήσεις του

φέρνετα ανήθικα.

Αν αυτός που πετάει το δίκιο του στο δρόμο

αφήνει το δίκιο άδικο να γίνει.

Αν αυτός που δε βάζει το χυδαίο στη θέση του

τη χυδαιότητα ενθαρρύνει.

Κι αυτός που δεν τρώει απ’ το κοινό τραπέζι

διαφθείρει τη συνείδηση αυτών που τρώνε.

Αποδείχνεται ότι: κυριαρχεί στενότητα

που μπορεί να είχαμε αποφύγει.)

(Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, εκδ. Σύγχρονη εποχή)

Published in: on Μαρτίου 18, 2011 at 3:32 μμ  Σχολιάστε  

Η Αγάπη

Α! τι ωφελεί να καρτεράς όρθιος στην πόρτα του σπιτιού
και με τα μάτια στους νεκρούς τους δρόμους στυλωμένα,
αν είναι νάρθει θε ναρθεί, δίχως να νοιώσεις από πού,
και πίσω σου πλησιάζοντας με βήματα σβημένα
θε να σου κλείσει απαλά με τ’ άσπρα χέρια της τα δυο
τα ματια που κουράστηκαν τους δρομους να κυττάνε’
κι όταν, γελώντας, να της πεις θα σε ρωτήσει: «ποια είμαι εγώ;»
απ’ της καρδιάς το σκίρτημα θα καταλάβεις ποια ‘ναι.

Δεν ωφελεί να καρτεράς! Αν είναι νάρθει, θε ναρθει’
κλειστά όλα νάναι, αντίκρυ σου να στέκεται θα δεις ορθή
κι ανοίγοντας τα χέρια της πρώτη θα σ’ αγκαλιάσει.

Αλλιώς, κι αν είναι όλοφωτο το σπίτι για να την δεχτείς
κι έτσι ως την δεις τρέξεις σ’ αυτήν κι ομπρός στα πόδια της συρθείς,
αν είναι νάρθει θε ναρθει, αλλιώς θα προσπεράσει.

Published in: on Μαρτίου 18, 2011 at 3:21 μμ  Σχολιάστε  

Ωχρά Σπειροχαίτη

ALBANIKO

Χαράματα φευγάτο τοπίο
χαραγμένες σκιές του μυαλού
Αλβανοί σκυμμένοι χιλιόμετρα
θύματα φθηνού ορυμαγδού

Οικιακές συσκευές και χιλιάρικα
μεροκάματα, παζάρι του νου
στα πατρικά οικογένειες στις γρίλιες
ιλουστρασιόν ευτυχία καρτερούν

Velleser tan shqiptare puntore

Μετανάστες στη μιζέρια μας
τα τρισέγγονα του Μαρξ
στο έγκλημα πρόλαβαν και τους βάφτισαν
τα τσογλάνια του Κλικ και του Μαξ

Οι έμποροι τους λεηλάτησαν
έκανε πλιάτσικο η δική μας φυλή
στην αυταπάτη δεν υπάρχει ανώτερος
κραύγασαν κάτι μειοψηφικοί

Velleser tan shqiptare puntore

Το κράτος μας είναι ευέλικτο
κανάλια, κλούβες, πρώτη σελίδα
κάθε που δεν πάει καλά το σχέδιο
οι μετανάστες φθείρουν την πατρίδα

Όμως το αίμα δεν κάνει τ’ αδέρφια
η ιστορία ξέρει να μιλάει
κι όποιος δεν έχει αυτιά για ν’ ακούσει
γύρω απ’ τον τάφο του κυκλοφοράει

Velleser tan shqiptare puntore
(Αλβανοί εργάτες αδέρφια μας)

http://www.youtube.com/watch?v=FJaE_Zttv_g&feature=related

Published in: on Μαρτίου 18, 2011 at 3:18 μμ  Σχολιάστε  

Ernesto Che Guevara

Όλοι εμείς οι απροσάρμοστοι είμαστε καταδικασμένοι να σκοτωθούμε,

καταρώμενοι μια εξουσία

που τελικά στηρίζουμε με το θάνατό μας

Published in: on Μαρτίου 8, 2011 at 11:05 μμ  Σχολιάστε  

Χωρίς να σε βλέπω

Χωρίς να σε βλέπω χωρίς να σου μιλάω

χωρίς ν’ αγγίζω ούτε μια σκιά απ’ το βήμα σου

χωρίς – πόσο γυμνός ακόμα θα ‘θελες να μείνω;

Μη με πιστεύεις, σε τίποτα μη με πιστέψεις.

Κι όταν εντάσσω τις στιγμές στα σίγουρα σχήματά μου

όταν ανασκευάζω το χαμόγελό σου

όταν αποκαλώ την ομορφιά φθαρτό περίβλημα

μη με πιστεύεις – κι όμως σου λέω την αλήθεια.

Δεν την αντέχω αυτή τη μάταια ελπίδα

να επιζώ σε μια τυχαία σου σκέψη

μα κάθε βράδυ τη ζεσταίνω απ’ την αρχή.

Published in: on Μαρτίου 8, 2011 at 11:02 μμ  Σχολιάστε  

Ο Άνθρωπος


Ο εξυγιαίνων τον κόσμο, ο θεραπεύων τας αμαρτίας πάσας,
ο ήλιος, έχει αποθέσει την παλάμη του στην κεφαλή μου.
Η ευσεβεστέρα των καλογραιών, η νύχτα, έχει καλύψει με το
πέπλο της τους ώμους μου.
Ασπάζομαι το χιλιοσέλιδο Ευαγγέλιο του έρωτά μου.
Στον έρωτα ανυψώνω την οδυνηρή και ηχηρή δέησή μου,
η ψυχή μου
μιαν άλλην έλευση αναμένει
ακούω
γη, το
«Νυν απολύεις!» σου.

Στην κιβωτό της νύχτας
καινούριος Νώε
περιμένω
το σκοτεινότριχο περιβλημένος κύμα
ότι θαρθούν
να με ζητήσουν
ότι θα κόψει η αυγή με τις ρομφαίες της
τον γήινο λώρο.
Έρχεται
Έφτασε
Νάτην ξεδιπλωμένη
Οι ακτίνες της παντού
Αποκαθαίρουν
Οι βόστρυχοι των ακτίνων τραγουδούν
και οι μέρες ήρεμα γλιστρούν εκεί
μ όλο το κέλυφος της ταραχής τους.

Α, ο ήλιος πάλι.

Καλεί τους λοχαγούς του της φωτιάς.
Η αυγή χτυπάει το τύμπανο.
Εμπρός,
ενάντια στην επίγεια τούτη λάσπη
Ήλιε!
Θα λησμονήσεις
τον εξάγγελό σου;

* Η γέννηση του Μαγιακόβσκη

Οι  ηλίθιοι ιστορικοί, ενθαρρυμένοι από τους σύγχρονους,
ας γράψουν αν θέλουν: «Αυτός ο αξιοσημείωτος ποιητής έζησε
μιαν ανιαρή ζωή, χωρίς ενδιαφέρον.»
Ξέρω
πως οι αμαρτωλοί
βογκώντας μες στην κόλαση
δεν θα επικαλεστούνε το όνομά μου.
Στων ιερέων τα χειροκροτήματα
η αυλαία μου δε θα πέσει μπρος στο Γολγοθά.
Θα πάω απλά-απλά
να πάρω τον καφέ μου
στο Θερινό Κήπο.

…………………………….

Τέλος
για να μπορώ
να μεταμορφώνω σε θέρος
τους χειμώνες
και το νερό σε κρασί
κάτω από το τρίχωμα του γιλέκου μου
πάλλει
μια εξαίσια μικρή σφαίρα.
Χτυπάει δεξιά; -ένας γάμος
Χτυπάει αριστερά; -ρίγη αντικατοπτρισμών.
Τι άλλο ακόμη
να στρώσω χάμω για τον έρωτα;
Ποιος θάρθει να ξαπλώσει
μεθυσμένος
φορώντας ένα προσωπείο νύχτας;

* Η ζωή του Μαγιακόβσκη

Μαντρωμένος μες στο γήινο κοπάδι
σέρνω τον καθημενινό ζυγό μου.
Καβάλλα
πάνω στο μυαλό μου
«Ο Νόμος» έχει θρονιαστεί.
Μια αλυσσίδα κυκλώνει την καρδιά μου:
» Η Θρησκεία »

Πέρασε πια  η μισή ζωή, αδύνατο να το αποφύγεις.
Παντού οι φανοστάτες σε κατασκοπεύουν μ αναρίθμητα  μάτια.
Είμαι φυλακισμένος.
Δε μπορεί τίποτα να μ απελευθερώσει.
Η γη η καταραμένη με κρατάει στα σίδερα της.
Όλους σας να σας λούσει ο έρωτας μου θάφτανε
όμως τα σπίτια περιφράζουν τον ωκεανό του.

Φωνάζω
μα δεν είναι
παρά μονάχα των κλειδιών ο θόρυβος
Ο μορφασμός του δεσμοφύλακα.
Μου πετάει
στην αιχμή μιας ακτίνας
ένα κομμάτι σάπιο κρέας.

Καγχάζουν
κι εγώ πλανιέμαι
μέσα στο παραλήρημα, μέσα στον πυρετό.
Η γη, μια σιδερένια σφαίρα καταδίκου
βροντοχτυπάει
στο πόδι μου αλυσσοδεμένη.

………………………….

Τον χρυσό μόσχο των αυτοκρατοριών κλονίζουνε οι επαναστάσεις
το ανθρώπινο κοπάδι αλλάζει μακελάρη,
όμως εσένανε,
άρχοντα των καρδιών μη εστεμμένε
καμιά ανταρσία δε σε αγγίζει.

* Τα πάθη του  Μαγιακόβσκη

Τι βλέπω;
Εσύ; Το μάτι μου πιτσιλισμένο μ αίμα.
Φλογίζεται
καθώς το κόκκινο φανάρι των μπορντέλων.
Γιατί εσύ;
Σταμάτα
Ξέρω γλυκύτερες χαρές
Το δάσος το υπεροπτικό των βλεφαρίδων της δε σάλεψε.
Στάσου
Εκείνη έχει περάσει κιόλας
Κ εκείνος, νά τονε δεσπόζοντας επάνω απ τα κεφάλια.
……………………….
* Η ανάληψη του Μαγιακόβσκη

Αυτά τα μάτια εξακοντίζουν βέλη.
Κάνε να σβήσει τούτο το χαμόγελο.
Η καρδιά ρέπει προς το ρεβόλβερ.
Το λαρύγγι ονειρεύεται το ξυράφι.
Σ ένα ασυνάρτητο δαιμονιακό παραλήρημα
η νοσταλγία μου μεγαλώνει.

Μ ακολουθεί
με τραβάει προς τα νερά
ή προς της στέγης την κατηφοριά.
Τριγύρω χιόνι, χιόνι.
Έφοδος χιονιού
που όλο συστρέφεται κι όλο παγώνει
και στον πάγο πάνω
πέφτει
πάλι,
ακίνητο σμαράγδι.
Όλη η ψυχή ριγεί
από τους πάγους πολιορκημένη
χωρίς καμιά διαφυγή.
……………………..
Οι σκέψεις μου όλο μεγαλώνουν
μπερδεύονται
σαν κέρατα
ταράνδων.
Τα δάκρυά μου ρυπαίνουν
το χώμα
Φαρδύς-πλατύς πλαγιασμένος
εκλιπαρώ τον απωλεσμένο μου παράδεισο.

* Ο Μαγιακόβσκη στον ουρανό

Στοπ.
επάνω σ ένα σύννεφο ακουμπάω
το φορτίο
των αποσκευών μου
και του κουρασμένου σώματός μου.

Θαυμάσιος τόπος όπου φτάνω πρώτη μου φορά
Κοιτάζω ολόγυρα.
Λοιπόν
ετούτη η επιφάνεια η καλοσυγυρισμένη
ο πολυύμνητος είναι ουρανός
Θα δούμε.
…………………………..
Η βασική αποθήκη όλων των εφικτών ακτίνων.
Το μέρος όπου ρίχνουν τα καμένα αστέρια.
Ένα παμπάλαιο σχέδιο,
δεν ξέρεις τίνος
το πρώτο, το αποτυχημένο, προσχέδιο της φάλαινας.
……………………………
Απέραντη γαλήνη.
Μένω πλαγιασμένος
στα ρηχά μιας φεγγοαχτίδας
χαυνώνοντας τη συγκίνησή μου με τ όνειρο
καθώς σε μιαν ακρογιαλιά του νότου.
Νιώθω μονάχα
κάπως περισσότερο αποναρκωμένος.
Επάνω μου κυλούν,
λούζοντάς με με χάδια
οι θάλασσες της αιωνιότητας.

* Η επιστροφή του Μαγιακόβσκη

1,2,3,4,8,16, χρόνια, χιλιάδες, εκατομμύρια.

Όρθιος
Αρκεί
Κοίτα τον ήλιο
Θα μείνεις για καιρό βουβός
Ψελλίζω αγουροξυπνημένος:
«ποιος μουγκρίζει;
ποιος τολμάει να κάνει εντός μου την καρδιά μου να βομβίζει;»

Ξυπνούν λησμονημένοι πόθοι στην καρδιά μου
και το μυαλό μου
άρρωστο
χίμαιρες χτίζει.
Τώρα
πάνω στη γη, το δίχως άλλο,
όλα καινούργια θάναι.
Θάχουνε πάρει τα χωριά το βάρος τους από την άνοιξη αρωματισμένη.
Η κάθε πολιτεία το δίχως άλλο θάναι φωταγωγημένη.
Τα πάντα θάναι ένα τραγούδι μιας χαρούμενης φαμίλιας
που τα μάγουλά της λάμπουν
…………………………..
Ξέσαρκο το κοπάδι
έχει κ εκείνο
τις μελαγχολίες του.
Αλλά η μανία του πλάνητα αντηχεί και πάλι.

Ποιος μπορεί να ξεμπλέξει το υπόγειο κουβάρι των τούνελ;
Ποιος θα τους σταματήσει εκείνους
που το αεροπλάνο τους
τρυπανίζει τη συνέχεια
που φορτίζει τον αέρα;

Και πάντοτε το ίδιο κείνο φαλακρό υποκείμενο
αόρατο, τους οδηγεί
ο μέγας του επιγείου κανκάν χοροδιδάσκαλος
άλλοτε κάτω από τη μορφή κάποιας ιδέας
άλλοτε διάβολος
άλλοτε θεός λαμποκοπώντας πίσω από τα νέφη του.

* Ο Μαγιακόβσκη στους αιώνες

Που πάω;
Γιατί;
Τρέχω προς όλα τα σημεία
ανάμεσα στο ανθρώπινο σμήνος
που βομβίζει.

Τα μάτια μου διατρέχουν τα παράθυρα-κυψέλες.
Επίπονος τούς είναι ο Ιούλιος
ξένος
απεχθής.

Η πολιτεία σβήνει τις βιτρίνες της
και τα παράθυρά της
…………………….
Νεκρός από Ιούλιο.

Πυρακτωμένος, στερημένος από νύχτα.
Το παραλήρημα του σ ένα φευγαλέο μουρμούρισμα διαφεύγει.
Σε λίγο περνάει ο σταυρός ενός νοσοκομειακού αυτοκινήτου,
σε λίγο ακούγεται ένας πυροβολισμός.

Με το λαιμό πιασμένο στη θηλειά των ακτίνων
θα συρθώ ανάμεσα στο φλεγόμενο θέρος.
Αιώνες έρωτα
σα χειροπέδες
κουδουνίζουν στα χέρια μου

Τα πάντα θα χαθούνε,
θα εκμηδενιστούνε
κ εκείνος
που κινεί ζωή
θα χρησιμοποιήσει την ύστατη ακτίνα
του ύστατου ήλιου
ενάντια στο σκοτάδι των πλανητών
κι απομένει μοναχός
ο πόνος μου
ο πιο οξύς.
Ζωσμένος φλόγες
μένω
πάνω στην άσβεστη πυρά
του ακατόρθωτου έρωτα.

* Τέλος

Απεραντοσύνη

δέξου και πάλι

μες στον κόρφο σου

τον πλανήτα!

Όμως τώρα σε ποιόν ουρανό,

Σε ποιό άστρο να οδεύσω:

Κάτω μου

ο κόσμος

κ’ οι χιλιάδες εκκλησίες του

έχουν αρχίσει

την νεκρώσιμον ακολουθία.

 

Published in: on Μαρτίου 8, 2011 at 10:54 μμ  Σχολιάστε  

Ο ΑΥΤΟΑΓΑΠΩΜΕΝΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΑΦΙΕΡΩΝΕΙ ΤΟΥΤΕΣ ΤΙΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ

Δυο φράσεις
σα δυο χτυπήματα βαριά:
Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι – τα του Θεού τω Θεώ.
Όμως εγώ
τέτοιος που είμαι
ποια μονιά τάχα μου προορίστηκε;
Αν ήμουνα
μικρός
σαν το μεγάλο ωκεανό,
στ’ ακροδαχτύλια των κυμάτων μου θα υψωνόμουν,
με την παλίρροιά μου να χαϊδεύω τη σελήνη.
Πού να ‘βρω εγώ την ερωμένη εκείνη
πού να ‘ναι στα δικά μου μέτρα;
Δε θ’ άντεχε σ’ αυτόν το μικροσκοπικό ουρανό.
Αν ήμουνα φτωχός σαν ένας
εκατομμυριούχος.
Αλλά η ψυχή τα χρήματα χλευάζει:
πάντα ένας κλέφτης κατοικεί εκεί μέσα ακόρεστος.

Για την αφηνιασμένη ορδή των επιθυμιών μου,
όλων των Καλιφορνιών δε θα ‘φτανε ο χρυσός.

Εάν αδέξια ήταν η γλώσσα μου καθώς
του Δάντη
ή του Πετράρχη!
Σκέψου, ν’ ανάβει την ψυχή του μοναχά για μιαν,
όλους τους στίχους του για κείνην να ξοδεύει!
Τα λόγια μου
κι ο έρωτάς μου
είναι μια αψίδα θριάμβου, να:
κάτω της σε μεγάλη ακολουθία
παρελαύνουν ατέλειωτη σειρά
οι ερωμένες όλων των αιώνων.
Αν ήμουν σιωπηλός
καθώς ο κεραυνός
μ’ ένα μονάχα βρυχηθμό,
θα τράνταζα την ετοιμόρροπη της γης μονή.

Μα αν η πελώρια μου φωνή
ουρλιάξει μ’ όλη της τη δύναμη
τότε συστρέφοντας τα πύρινά τους χέρια οι κομήτες
απ’ την απελπισία τους θα συντρίβονταν.

Αν των ματιών μου οι ακτίνες κατατρώγανε τη νύχτα,
αν ήμουνα θαμπός
όπως ο ήλιος!
Δουλειά δικιά μου
να ποτίζω με φως
τον αχαμνό κόρφο της γης, δω χάμου.
Θα περάσω
σέρνοντας τον τεράστιο έρωτά μου.
Από ποια νύχτα,
έξαλλη,
πυρετική,
ποιοι Γολιάθ μ’ έχουν συλλάβει
τόσο μεγάλον
κι ανώφελον τόσο;

Published in: on Μαρτίου 8, 2011 at 10:40 μμ  Σχολιάστε