New Workers

Diego Rivera

Advertisements
Published in: on Απρίλιος 16, 2011 at 10:42 πμ  Σχολιάστε  

Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή

Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,
Το γέρασμα, με το κλείσιμο της μέραςֹ
πρέπει να καίει και να μουγκρίζει
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κι αν άνθρωποι σοφοί, του σκότους το σωστό,
Κοντά στο τέλος τους, το ξέρουνε αυτοί
Αφού απ’ τα λόγια τους δεν είδαν
Αστραπή να ψαλιδίζει,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι καλοί, στου κύματος δίπλα τη στερνή,
Το κλάμα τους πώς λαμπυρίζει
Των πράξεών τους φύση, λεπτή, καχεκτική,
σε κόλπο καταπράσινο ίσως αυτές
μπορούσαν να χορεύουν,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Άνθρωποι τρομεροί, πάνω στη φλογερή του ορμή
Τον Ήλιο αδράξαν και τον τραγουδήσαν,
Όμως καθώς αυτός τον ουρανό διασχίζει
Μάθαν, αργά πολύ, πώς θλίψη τον γιομίσαν,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι σκοτεινοί, κοντά στο μνήμα,
Με θαμπωμένη όραση βλέπουν και αυτοί
Μάτια θαμπά που θα μπορούσαν να είναι
όλο χαρά, μετεωρίτες φλογεροί,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κ’ εσύ πατέρα, απ’ το θλιμμένο ύψος, απο κεί,
Δώσ’ μου κατάρα και ευχή
με των δακρύων σου την ορμή.
Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

 

Published in: on Απρίλιος 8, 2011 at 11:18 μμ  Σχολιάστε  

ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Ο θάνατος είναι μεγάλος.

Είμαστε δικοί του

κι όταν γελούμε.

Κι εκεί που θαρρούμε

πως η ζωή μας ζώνει

τολμά να κλάψει εντός μας.

Published in: on Απρίλιος 8, 2011 at 11:16 μμ  Σχολιάστε  

Χωρίς να είμαστε τίποτε άλλο παρα μόνο άνθρωποι

Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι, περπατήσαμε μέσ’ απ’ τα δέντρα
Φοβισμένοι, αφήνοντας τις λέξεις μας να είναι τρυφερές
Από φόβο μήπως ξυπνήσουμε τις κουρούνες,
Από φόβο μήπως έρθουμε
Αθόρυβα μέσα σ’ έναν κόσμο φτερών και κραυγών.

Αν ήμασταν παιδιά, ίσως να σκαρφαλώναμε,
Θα πιάναμε τις κουρούνες να κοιμούνται, και δεν θα σπάγαμε ούτε κλαράκι,
Και, μετά το μαλακό ανέβασμα,
Θα τινάζαμε τα κεφάλια μας πιο πάνω απ’ τα κλαριά
Για να θαυμάσουμε την τελειότητα των άστρων.

Πέρα απ’ τη σύγχυση, όπως συμβαίνει συνήθως,
Και τον θαυμασμό για όσα ο άνθρωπος γνωρίζει,
Πέρα απ’ το χάος θα ‘ρχόταν η μακαριότητα.

Αυτό, τότε, είναι ομορφιά, είπαμε,
Παιδιά που με θαυμασμό κοιτάζουν τ’ αστέρια,
Είναι ο σκοπός και το τέλος.

Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι, περπατήσαμε μέσ’ απ’ τα δέντρα.

Published in: on Απρίλιος 8, 2011 at 11:04 μμ  Σχολιάστε  

Διωγμένος

Τα σκαλοπάτια δεν ήταν πολλά. Τα είχα μετρήσει χιλιάδες φορές, ανεβαίνοντας ή κατεβαίνοντας, αλλά πόσα ήταν το μυαλό μου δεν το συγκρατούσε. Ποτέ δεν κατάλαβα αν πρέπει να πεις ένα, με το ένα πόδι στο πεζοδρόμιο, δυο όταν το άλλο πόδι πατά στο πρώτο σκαλοπάτι κι ούτω καθεξής ή μήπως το πεζοδρόμιο δε θα ‘πρεπε να υπολογίζεται. Στο ίδιο δίλημμα σκόνταφτα και στο κεφαλόσκαλο. Κι από την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από τη κορφή προς τα κάτω, το ίδιο ήταν, η έκφραση υστερεί. Δεν ήξερα από που ν’ αρχίσω και που να τελειώσω, αυτό ήταν το πρόβλημα. Κατέληξα λοιπόν σε τρεις εντελώς διαφορετικούς αριθμούς, χωρίς ποτέ να μάθω ποιος απ’ όλους ήταν ο σωστός. Κι όταν λέω ότι δεν έχω συγκρατήσει τον αριθμό στο νου μου, θέλω να πω πως εκεί, στο νου μου, δε βρίσκεται πια κανείς από τους τρεις αριθμούς. Αν έπρεπε μάλιστα να βρω έναν απ’ αυτούς, εκεί που είναι σίγουρο πως θα βρίσκονται, στο νου μου, θα τον έβρισκα, αλλά κείνο μόνο και δίχως να είμαι σε θέση από αυτόν να συναγάγω τους άλλους δυο. Αλλά και τους δυο να εντόπιζα, δε θα ‘ξερα τον τρίτο. Όχι, για να τους ξέρω και τους τρεις, θα ‘πρεπε, στο νου μου, να βρω και τους τρεις. Οι αναμνήσεις σε σκοτώνουν. Δεν πρέπει λοιπόν να σκέφτεσαι όσα αγαπάς ή μάλλον καλύτερα να τα σκέφτεσαι, ειδάλλως διατρέχεις τον κίνδυνο να τα βρεις, λίγο-λίγο, στο νου σου. Να τα σκέφτεσαι λοιπόν λίγο, πολλές φορές τη μέρα, κάθε μέρα, μέχρι να βουλιάξουνε για πάντα στο βούρκο. Είναι βασικό. ‘Αλλωστε δεν έχει και μεγάλη σημασία πόσα είναι τελικά τα σκαλοπάτια. Σημασία έχει να θυμάσαι ότι δεν ήταν πολλά κι εγώ το θυμήθηκα.

Αποσπασμα απο τον μονολογο του Σάμιουελ Μπέκετ ‘Διωγμένος’

Published in: on Απρίλιος 3, 2011 at 9:47 μμ  Σχολιάστε  

Έξοδος

Παίρνω και βγάζω περίπατο την ψυχή μου
κάθε που αρχίζει να σκληραίνει το χαμόγελο της.
Μου το λέει πεθύμησα τη βροχή,
τον ήλιο πάνω απ’ τα βουνά ή ανάμεσα απ’ τα σύννεφα
και τον αγέρα που γεννιέται αδιάκοπα στα δάση
όλος αρώματα και ουσίες, γάλα και μουσική.
Την οδηγώ σαν ένα ελάφι κάθε που διψά
μπρος στον τρεχούμενο, λαμπρό μαστό της αιωνιότητας,
ανανεώνει το αίμα, φως μέσα της κ’ επιστρέφει
στη ζωή πάλι, μ’ έναν
καινούργιο τόνο αθανασίας στο χαμόγελο της.

Published in: on Απρίλιος 2, 2011 at 10:02 μμ  Σχολιάστε