Πρωτοχρονιάτικο

Σαράντα σβέρκοι βωδινοὶ μὲ λαδωμένες μποῦκλες
σκεμπέδες, σταβροθόλωτοι καὶ βρώμιες ποδαροῦκλες
ξετσίπωτοι, ἀκαμάτηδες, τσιμπούρια καὶ κορέοι
ντυμένοι στὰ μαλάματα κ᾿ ἐπίσημοι κι ὡραῖοι.

Σαράντα λύκοι μὲ προβιὰ (γι᾿ αὐτοὺς χτυπᾷ ἡ καμπάνα)
καθένας γουρουνόπουλο, καθένας νταμιτζάνα!
Κι ἀπὲ ρεβάμενοι βαθιὰ ξαπλώσανε στὸ τζάκι,
κι ἀβάσταγες ἐνιώσανε φαγοῦρες στὸ μπατζάκι.

Ὄξ᾿ ὁ κοσμάκης φώναζε: «Πεινᾶμε τέτοιες μέρες»
γερόντοι καὶ γερόντισσες, παιδάκια καὶ μητέρες
κ᾿ οἱ τῶν ἐπίγειων ἀγαθῶν σφιχτοὶ νοικοκυρέοι
ἀνοῖξαν τὰ παράθυρα καὶ κράξαν: «Εἶστε ἀθέοι».

Advertisements
Published in: on Μαρτίου 5, 2013 at 6:49 μμ  Σχολιάστε  

ΚΑΙ ΣΥ ΛΑΕ!!!

Να μασάει ο χοντρός είναι η δουλειά του,
γουργουρίζει η πατρίδα στην κοιλιά του!
Νόμος-ο πού προδίνει κι απατά,
όλο και ψηλότερα πατά!
Και σύ,Λαέ,
με την καμένη ανάσα,
πότε θα κόψεις του χοντρού τη μάσα;

Ό,τι ν’ακούω με το δεξιό μου αυτί,
με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νούς να στοχαστεί,
οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι.

Published in: on Οκτώβριος 11, 2010 at 9:00 μμ  Σχολιάστε  

Ἀρχὴ σοφίας

«Φρόνιμα καὶ ταχτικὰ
πάω μὲ κεῖνον ποὺ νικᾷ».

Ὁ ἕνας

Λίγη δροσιά, οὐρανέ μου,
καὶ χάηδεμα τ᾿ ἀνέμου,
κελάηδημα πουλιοῦ,
ξανάνιωμ᾿ Ἀπριλιοῦ!

Ἀνάσ᾿, ἀνάσα λίγη!
Χρόνια ἡ θελιὰ μᾶς πνίγει.
Λίγη χαρὰ σ᾿ ἀφτὰ
τὰ σκοτεινὰ γραφτά!

Σοῦ πήρανε, λαέ μου,
τὸ δίκιο τοῦ πολέμου
πατριδοκαταλύτες,
ξένοι καὶ ντόπιο ἀλῆτες!

Ὁ ἄλλος

Ἂν θέλεις νὰ χαρεῖς
τὴ λεφτεριά, νωρὶς
γίνε προδότης, γίνε!
Τιμή, ντροπὴ δὲν εἶναι.

Θά ῾ναι μαζί σου οἱ νόμοι
κι ἡ πλερωμένη γνώμη!
Πέτα τὴν ἀνθρωπιά σου
κι ἀπ᾿ τὸν ἀφέντη πιάσου!

Κι ἅμα σὲ φτύνει ἀφτός,
νὰ κάθεσαι σκυφτὸς
καὶ θά ῾χεις τὰ πρωτεῖα
στὴ σάπια πολιτεία.

Ὁ λαός

Ἔξω τοῦ ἀφέντη ἁρμάδα
φυλάει, μὲ μπούκα ὀρθή,
τὸ λείψανό σου,» Ἑλλάδα»,
μὴν ξάφνου ἀναστηθεῖ!

Published in: on Μαΐου 23, 2010 at 11:24 μμ  Σχολιάστε  

«Ο ΟΔΗΓΗΤΗΣ»

Δεν είμ΄ εγώ σπορά της τύχης
ο πλαστουργός της νιας ζωής.
Εγώ ΄μαι τέκνο της ανάγκης
κι ώριμο τέκνο της οργής.

Δεν κατεβαίνω από τα νέφη,
γιατί δε μ΄ έστειλε κανείς
Πατέρας, τάχα παρηγόρια
για σένα, σκλάβε, που πονείς.

Μέσα στο νου και στην καρδιά μου
αιώνων φουντώσανε ντροπές
και την παλάμη μου αρματώνουν
με φλογισμένες αστραπές.

Δε δίνω λέξεις παρηγόρια,
δίνω μαχαίρι σ΄ ολουνούς.
καθώς το μπήγω μές το χώμα
γίνεται φως, γίνεται νους.


‘Οθε περνά, γκρεμίζει κάτου
σαν το βοριά, σαν το νοτιά
όλα τα φονικά ρηγάτα
θεμελιωμένα στην ψεφτιά.

Κ΄ένα στυλώνει κι ανασταίνει,
το ΄να ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΔΟΥ
ΛΕΙΑΣ,
ΕΙΡΗΝΗ ! ΕΙΡΗΝΗ ! ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ
ΤΗΣ ΠΑΝΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΙΛΙΑΣ.

Published in: on Μαΐου 3, 2010 at 11:04 μμ  Σχολιάστε  

Η ΩΡΑ ΦΤΑΝΕΙ

Αφού μας εσκοτώναν με το ζόρι
στα μακελειά τους
χρόνια τώρα του πολέμου
οι μπαζαδόροι·

κι αφού μας εσκοτώνανε πιο φίνα
στα χρόνια της ειρήνης
με την πείνα·

κι αφού μας τυραγνούνε έτσι αιώνες
οι μασκαράδες και οι απατεώνες,

του γδικιωμού, συντρόφοι, η ώρα φτάνει:
αρπάχτε το σφυρί και το δρεπάνι!
Όλοι μαζί με τα γερά σας μπράτσα,
των οχτρών να σαρώσουμε τη ράτσα.
Απ’ τα μπουντρούμια κι απ’ την εξορία
νέα του κόσμου ξεκινά η ιστορία.

Published in: on Μαρτίου 13, 2010 at 3:43 μμ  Σχολιάστε  

ΤΡΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΙ

Ζηλεύω σου το θάρρος, Καρυωτάκη,
να σμπαραλιάσεις την τρανή καρδιά,
και την κακοτυχιά σου, Ολύμπιε Τάκη,
να σε πάρουν τα κύματα βαθιά.

Με πάει γελώντας ο Χάρος στα εκατό μου,
σιχάθηκα τον άχαρο εαυτό μου.
Σπλαχνίσου με, καταραμένε Χάρε,
κι αν όχι εμέ, τη θύμηση μου πάρε.

Όσο τα περασμένα ανακαλώ,
τόσο δε βρίσκω τίποτα καλό.
Πόνοι, αρρώστιες, με κάναν μοιρασιά,
μα θα πάω μονάχα από σιχασιά.

Published in: on Μαρτίου 12, 2010 at 1:09 μμ  Σχολιάστε  

Των φρονιμων τα παιδια

«Φρόνιμα και ταπεινά πάω με κείνον που νικά. Αν θέλεις να χαρείς τη λευτεριά νωρίς γίνε προδότης, γίνε. Θα ‘ναι μαζί σου οι νόμοι και η πλερωμένη γνώμη. Πέτα την ανθρωπιά σου. Κι απ’ τον αφέντη πιάσου. Κι άμα σε φτύσει αυτός, να κάθεσαι σκυφτός. Και θα ‘χεις τα πρωτεία στη σάπια πολιτεία».

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Published in: on Φεβρουαρίου 13, 2010 at 10:36 πμ  Σχολιάστε  

Η μπαλάντα του κυρ-Μέντιου

Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι·
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ’ αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια,
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ’ αχαμνά!

Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ’ έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.

Kαι ζεβγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ’ αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ’ «όλα για όλα»
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ’ αφέντη το φαΐ.

Kαι γι’ αφτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλ’ εμένα σε μια σφήνα
μ’ έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ’ έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
― Σε καβάλησε ο Xριστός!

Δούλεβε για να στουμπώσει
όλ’ η Xώρα κ’ οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!

― Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
― Aντραλίζομαι!… Πεινώ!…
― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!

K’ έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κ’ εγώ,
του θεού τ’ αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!

Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν’ η ζωή),

η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ’ Aβράμη,
τ’ άσπρα, τ’ αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!…

Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:
-«Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ’ την αδικιά τ’ αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!…»
Mα με την κουβέντ’ αφτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί.

Tότενες το μάβρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:

― «Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κ’ οι ραγιάδες απ’ τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λεφτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου –
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ’ αφεντικό.

Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.

Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κ’ έχ’ η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ’ άλλη θάλασσ’, άλλη γη».

Published in: on Φεβρουαρίου 13, 2010 at 10:34 πμ  Σχολιάστε  

Αυτονεκρολογία

Κ.Βάρναλης: Αυτονεκρολογία

Αυτονεκρολογία

Μισόν αιώνα πάλευα κι απάνου
για λευτεριά δικιά μου και των άλλων,
κι όλο πιότερο μ’ έπνιγεν ο βρόχος,
κι οι γενναίοι, που με πνίγανε, πιο δούλοι.

Με μπουκώναν μωρό «Μεγάλη Ιδέα»
κρύβοντάς μου τον πιο αιμοβόρο οχτρό μου:
να ‘μαι του ξένου ο πάτος, να μισώ
και να καταφρονώ τ’ ανόσιο πλήθος.

Τα σκολειά μου τα κλείνανε τα μάτια.
Μου τ’ άνοιγαν η ζούγκλα των Ολίγων
και τα «καταραμένα» τα βιβλία.
Κι ολάνοιχτ’ απομείναν ως το τέλος.

Όσο τα χρόνια ασπρίζαν στην κορφή μου,
τόσο βαθιά μου μάτωνεν η ελπίδα.
Μάθαινα πως η αγάπη είναι δειλία
κι η καλοσύνη αγιάτρευτο κακό.

Ήρωας δεν ήμουν, μ’ έκαμνεν ο φόβος
(ή θα σκοτώσεις ή θα σκοτωθείς )
να μεγαλώνω τη γλυκιά πατρίδα
και να μικραίνω το φτωχό λαό.

Να γελιέμαι πως ζω, ξεπόρτιζα έξω.
Κάθε πατημασιά μου και πληγή.
Πιανόμουν από κάγκελα και πόρτες
μην πέσω – το κουφάρι μου κι όχι εγώ !

Μ’ άφησαν όλοι στα κακά υστερνά μου:
γυναίκες, συγγενάδια, άσπονδοι φίλοι.
Κανείς να με βαστάει, ναν του μιλάω.
Μιλούσα μοναχός δίχως ν’ ακούω.

Με βρήκανε στο τέλος ξυλιασμένον
τρεις μέρες στο ντιβάνι μου απομόναχο,
με τα μάτια ανοιχτά και στηλωμένα
κατά σένα, όπως πάντα, Ανατολή.

Οι πεθαμενατζήδες μεθυσμένοι
βλαστημούσαν, όπως με κατεβάζαν
τυλιγμένον σε μια παλιοκουβέρτα,
όροφοι πέντε και σκαλιά ενενήντα !

Κι η ραχοκοκαλιά να μη λυγάει
για να τους ευκολύνει στη δουλειά τους.
Δεν το ‘μάθε κανένας. Τ’ όνομα μου
μητ’ εγώ δεν το λέω και δεν το γράφω.

Τα μπουκωμένα στόματ’ αλυχτήσαν:
–καλότυχοι, ένας Βούργαρος λιγότερο!
–κακότυχοι, που δεν τονε προλάβαμε!
–κόβουμ’ έναν, φυτρώνουνε σαράντα !

Ευχαριστώ σας, γερατειά και πόνοι,
που εσείς με ξαποστείλατε, όχι ο Νόμος
(δυό φορές «επ’ εσχάτη προδοσία»!).

Κι ούτε με πολτοποίησε στη λάσπη
ένα τρίκυκλο αθώο («τροχαίον ατύχημα»!).
Ρίχτε με τώρα στα βαθιά της θάλασσας.
Τ’ αδούλωτα κορμιά δε βρίσκουν ούτε
μιας πιθαμής Ελλάδα να ησυχάσουν !

Published in: on Φεβρουαρίου 13, 2010 at 10:32 πμ  Σχολιάστε  

Παράδεισος

Κ.Βάρναλης: Παράδεισος

Λεύτερος να ‘σαι δούλος οποιανού,
λεύτερος να μιλάς, όταν κοιμάσαι,

λεύτερος, χρόνια να τα κυνηγάς
των Γιούρων τα ποντίκια μη σε φάνε.

Στις πληγές της ψυχής σου να χιλιάζουν
τα ψέματα – της μύγας τα σκουλήκια – ,
να σαι της Ιστορίας γελοιογράφος,
αφέντης δίχως πιθαμή δικιά σου.

Σαν τη στέρφα γουρούνα τ’ Άι-Αντώνη,
μισότυφλη από πάχητα και νύστα,
να νείρεσαι πως κολυμπάς σε κάτουρα
και ξερατά, γρυλίζοντας : «παράδεισος»!

Published in: on Φεβρουαρίου 13, 2010 at 10:29 πμ  Σχολιάστε