Η Αγάπη

Α! τι ωφελεί να καρτεράς όρθιος στην πόρτα του σπιτιού
και με τα μάτια στους νεκρούς τους δρόμους στυλωμένα,
αν είναι νάρθει θε ναρθεί, δίχως να νοιώσεις από πού,
και πίσω σου πλησιάζοντας με βήματα σβημένα
θε να σου κλείσει απαλά με τ’ άσπρα χέρια της τα δυο
τα ματια που κουράστηκαν τους δρομους να κυττάνε’
κι όταν, γελώντας, να της πεις θα σε ρωτήσει: «ποια είμαι εγώ;»
απ’ της καρδιάς το σκίρτημα θα καταλάβεις ποια ‘ναι.

Δεν ωφελεί να καρτεράς! Αν είναι νάρθει, θε ναρθει’
κλειστά όλα νάναι, αντίκρυ σου να στέκεται θα δεις ορθή
κι ανοίγοντας τα χέρια της πρώτη θα σ’ αγκαλιάσει.

Αλλιώς, κι αν είναι όλοφωτο το σπίτι για να την δεχτείς
κι έτσι ως την δεις τρέξεις σ’ αυτήν κι ομπρός στα πόδια της συρθείς,
αν είναι νάρθει θε ναρθει, αλλιώς θα προσπεράσει.

Published in: on Μαρτίου 18, 2011 at 3:21 μμ  Σχολιάστε  

Ἡ ζωντανὴ νεκρή

Δὲν πέθανες! Στὴν κάμαρα ἀκόμα τ᾿ ἄρωμά σου
εἶναι ἁπλωμένο ὡς τώρα δὰ νὰ μ᾿ ἄφησες, κι ἀπάνω
στὸν καναπὲ ἀτέλειωτο μένει τὸ κεντημά σου
καὶ τὸ κομμάτι πού ῾παιζες εἶναι ἀνοιχτὸ στὸ πιάνο.

Ἀπάνω στὸ τραπέζι μου πάντα ἡ δική σου εἰκόνα,
ποῦ πάντα μὲ τὴν ἥμερη ματιά της μὲ κοιτάζει,
καὶ δὲν εἶναι ὁ ἄνεμος, μὰ εἶσαι ἐσύ, τὴν πόρτα
ποὺ μισανοίγεις γιὰ νὰ μπεῖς τὴν ὥρα ποὺ βραδυάζει.

Δὲν πέθανες. Εἶσαι παντοῦ καὶ εἶσαι μέσα σὲ ὅλα:
στῶν ρόδων τὸ ξεφύλλισμα, στὸ στεναγμὸ τοῦ ἀγέρα,
στὰ νέφη ποὺ χρυσίζουνε σὰν πάει νὰ σβήσει ἡ μέρα
κι ὡς καὶ τὶς νύχτες δίπλα μου σὲ νοιώθω ξαπλωμένη…

Δὲν πέθανες. Ἀδιάφορο οἱ μῆνες κι ἂν περνᾶνε:
τότε οἱ νεκροὶ πεθαίνουνε, ὅταν τοὺς λησμονᾶνε!

Published in: on Μαρτίου 7, 2010 at 10:08 μμ  Σχολιάστε  

Δὸν Κιχώτης

Ἀτσάλινος καὶ σοβαρὸς ἀπάνω στ᾿ ἄλογό του
τὸ ἀχαμνό, τοῦ Θερβαντὲς ὁ ἥρωας περνάει,
καὶ πίσω του, τὸ στωικὸ γαϊδούρι του καβάλα
ὁ ἱπποκόμος του ὁ χοντρὸς ἀγάλια ἀκολουθάει.
Αἰῶνες ποὺ ξεκίνησε κι αἰῶνες ποὺ διαβαίνει
μὲ σφραγισμένα ἐπίσημα, ἑρμητικὰ τὰ χείλια
καὶ μὲ τὰ μάτια ἐκστατικά, τὸ χέρι στὸ κοντάρι,
πηγαίνοντας στὰ γαλανὰ τῆς Χίμαιρας βασίλεια…
Στὸ πέρασμά του ἀπ᾿ τοὺς πλατειοὺς τοῦ κόσμου δρόμους, ὅσοι
τὸν συντυχαίνουν, γιὰ τρελλὸ τὸν παίρνουν, τὸν κοιτᾶνε,
τὸν δείχνει ὁ ἕνας τοῦ ἀλλουνοῦ – κι εἰρωνικὰ γελᾶνε
Ὦ ποιητή! παρόμοια στὸ διάβα σου οἱ κοινοὶ
οἱ ἄνθρωποι χασκαρίζουνε. Ἄσε τους νὰ γελᾶνε:

οἱ Δὸν Κιχῶτες πᾶν μπροστὰ κι οἱ Σάντσοι ἀκολουθᾶνε!

Published in: on Μαρτίου 7, 2010 at 10:03 μμ  Σχολιάστε  

Ζωή

Κ. Ουράνης, Ζωή

Κάποιες φορές, σα βράδιαζεν αργά στην κάμαρά μας,

τ΄ωχρό κεφάλι γέρνοντας στην αγκαλιά μου απάνω

και με θλιμμένο ανάβλεμμα στυλά κοιτάζοντάς με,

«θα με ξεχάσεις;» ρώταγες «καλέ μου, σαν πεθάνω;»

Δε σ΄απαντούσα. Τη φωνή την πνίγαν οι λυγμοί μου,

κι΄έσφιγγα με παροξυσμό τ΄αδύνατο κορμί σου,

σα νά΄θελα μες στη ζωή να σε κρατήσω ενάντια

στο Χάρο, για, αν δεν μπόραγα, να πήγαινα μαζί σου.

Γιατ΄ήσουν όλη μου η ζωή, χαρά της και σκοπός της,

κι΄όσο κι΄αν εστρεφόμουνα πίσω στα περασμένα

δεν έβλεπα, δεν ένιωθα κοντά μου άλλη από σένα.

Μου φαίνονταν αδύνατο δίχως εσέ να ζήσω.

Και τώρα που με άφησες, με φρίκη αναλογιέμαι

το θάνατό σου, αγάπη μου, πως πάω να συνηθίσω.

Published in: on Φεβρουαρίου 12, 2010 at 1:40 μμ  Σχολιάστε  

Spleen

Spleen

V
Το κενό όλο του απείρου στην ψυχή μου το έχω
κι ούτε εσύ κι ούτε ο πόνος μου δε μπορούν να μου το φράξουν.
Είμαι κάτι σαν κύμα μέσα σ’ απέραντο πέλαγο,
που ποτές δεν του γράφτηκε σ’ ακρογιάλι να φτάσει.

Ποτές σου δε με μέθυσες κερνώντας μου λαγνείες
κι ο πόνος μου δε στάθηκε ποτές ανθρώπου πόνος.
Τον ουρανό εγώ νοσταλγώ, που κάποτε είχα ζήσει,
δίχως χαρές και συφορές κι ανθρώπους, πάντα Μόνος.

Published in: on Φεβρουαρίου 12, 2010 at 1:34 μμ  Σχολιάστε