Γουίλιαμ Σαίξπηρ

Θα σε προκαλούσα σε πνευματική μονομαχία, αλλά βλέπω ότι είσαι άοπλος.

——————————————————————————————————————————

Μακάρι να κοιμούνταν και να ξυπνούσαν όταν θα είχαν πια ενηλικιωθεί!

Advertisements
Published in: on Αύγουστος 1, 2013 at 5:41 μμ  Σχολιάστε  

Μεθυσμένα Ξωτικά

Σκατά

Παιδαγωγημένος σ’ έναν κόσμο ανταγωνιστικό
και μεγαλωμένος σ’ ένα περιβάλλον αστικό
Κλειδωμένος σ’ ένα άσυλο εμφανισιακό
Κυνηγώντας ένα όνειρο καταναλωτικό

Ένα σπίτι, μια γυναίκα, ένα αμάξι, δυο παιδιά
Μια υπόσχεση σε κάποιον που επένδυσε πολλά
Σ’ εμένα κι από ‘μένα περιμένει να εισπράξει
Μια δόση αδικίας στο κεφάλι μου να στάξει

Να λέω πως δεν υπάρχουνε τριγύρω μου στραβά
Και να κλείνω τ’ αυτιά μου σ’ όσα ακούγονται ουρλιαχτά
Με πασάλειψαν οι γλώσσες τους κολακευτικά
Κι επιστράτευσαν την πιο πεπειραμένη γαληφιά

Μου ‘δωσαν πτυχίο από σχολείο, πτυχίο από σχολή
Πιστοποίησαν ακόμα και πως ξέρω μουσική
Μου φορτώσαν για να σκύβω με βραβεία το λαιμό
Και μ’ εκλέξανε αρμόδιο για να λογοδοτώ
Τώρα με κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό

Σκα τα σε όλους τους
γιατί εμείς δεν παίζουμε παιχνίδια με τους όρους τους
Σκα τα στα μούτρα τους
γιατί δε μας φοβίζουν ούτε τα κουμπούρια τους

Όσο υπάρχω αυτός ο κόσμος με παλεύει
Πότε γελάει, πότε αγριεύει
Πότε ανοίγει μια ζεστή αγκαλιά
Και πότε βγάζει μια αισχρή κακομοιριά

Και με βάζει κι εμένα να σιχαθώ τον εαυτό μου
Πώς τ’ αφήνεις έστω για λίγο να πλανεύει το μυαλό μου;
Να βάζει ζιζάνια που σπέρνουν ιούς
που γκρεμίζουνε την πίστη μου για ίσους ζυγούς

Που αφήνουν συνέχεια τους άλλους μπροστά
Είναι πολύτιμο να ζεις σ’ έναν κουβά με σκατά
Είναι έξυπνο να θέλεις ν’ ανέβεις πιο ψηλά
όταν παντού υπάρχει η ίδια μυρωδιά

Μα εσύ σπρώχνεις όποιον βρίσκεις
μπροστά σου στον πάτο
μέχρι να κάνεις το μοιραίο σου σάλτο
και να γίνεις ένας χέστης απ’ αυτούς εκεί ψηλά
που τρώνε συνεχώς και γεμίζουν τον κουβά

Σκα τα σε όλους τους
γιατί εμείς δεν παίζουμε παιχνίδια με τους όρους τους
Σκα τα στα μούτρα τους
γιατί δε μας φοβίζουν ούτε τα κουμπούρια τους

Μου κλείνουν τα μάτια και μου υπόσχονται πολλά
και μου προξενεύουν μια αισχρή κακομοιριά
που γονατίζει μπροστά στ’ αφεντικά
και που φιλάει την πιο κατουρημένη τους ποδιά

Μα εγώ ανοίγω τα μάτια μου και τρέχω μακριά
μ’ έχει μαγέψει μια ασύγκριτη και άγρια ομορφιά
Είναι αυτή που στα εργοστάσια κολλάει τις μηχανές
που γεμίζει τους δρόμους με χιλιάδες φωνές
Είναι πανέμορφη και βάζει στις κλούβες φωτιά
Μη μου μιλάς λοιπόν για κλούβια ιδανικά

Σκα τα σε όλους τους
γιατί εμείς δεν παίζουμε παιχνίδια με τους όρους τους
Σκα τα στα μούτρα τους
γιατί δε μας φοβίζουν ούτε τα κουμπούρια τους

Είναι πανέμορφη και βάζει στις κλούβες φωτιά
Μη μου μιλάς λοιπόν για κλούβια ιδανικά

Published in: on Νοέμβριος 18, 2012 at 8:45 μμ  Σχολιάστε  

Με τον καιρό να ‘ναι κόντρα – Social Waste

Όπως μαθαίνω σιγά σιγά,
Σ’ αυτόν τον τόπο είναι πολλά, τα κρυμμένα και τα κρυφά
Μένουνε μόνοι οι γενναίοι κι αλωνίζουν τα τομάρια,
Στράφι πηγαίνουν και τα όνειρα τα βράδια.
Στη δύσκολη, οι πολιτικοί μας, στα ξένα αράζουνε
Κι οι παπάδες μας σπουδάζουνε
Α, κι οι προστάτες μας… ω, συμφορά μας
Κερνούν σε δόσεις τη λύπη και τη χαρά μας.
Σειρά μας δεν έχει σ’ αυτό το παιχνίδι,
Άλλοι παίζουνε για μας αν δεν κατάλαβες ήδη,
Εγώ όμως ψάχνω στη Μακρόνησο, στη Γαύδο,
Χνάρια γενναίων για να ‘βρω.
Ελάτε, πέστε με αρχηγό των τεράτων,
Φέρτε μου πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων,
Χαράξτε μου στο μέτωπο το 666
Κι άντε να δούμε ποιος απ’ όλους μας θ’ αντέξει.
Εγώ το ξέρω, όσοι διαθέτουνε μπέσα και τιμή
Μένουνε μόνοι μέχρι και την τελευταία στιγμή,
Έχουν μαγκιά που πάει κόντρα στον καιρό τους
Και το τραγούδι αυτό που ακούς, είναι δικό τους.
Με τον καιρό να ‘ναι κόντρα,
Έχει τιμή σαν πετάς,
Να μένεις μόνος,
Να μένεις μόνος.
Τι να ‘ναι κρίμα ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, κοίτα στο λήμμα,
Θες προδοσία; Ψάξε την κόκκινη απραξία,
Ζητάς ρουφιάνο; Έχει πολλούς, τι να σου κάνω
Θες παλικάρι; Ρώτα να μάθεις για τον Άρη.
Ρώτα να μάθεις, όσα δε σου ‘παν στο σχολείο,
Που να φτάσουν 3 γραμμές στης ιστορίας το βιβλίο
Τόση μπέσα και μαγκιά, πού να χωρέσουνε
Μα έτσι τα θέλανε, λίγα, σ’ όλους ν’ αρέσουνε.
Θα ‘χα πολλά να σου πω και για μαγκιά και για πουστιά,
Μα τι τα θες που καταστρέψαν τα χαρτιά
Κι η δεξιά μας κι η αριστερά μας παρέα,
Δεν τα σκαλίζει πια κανείς κι όλα είναι ωραία
Χτύπα λοιπόν καιρέ μου πεισματάρη,
Χτύπα όσο θες, μη με λυπάσαι, μα δεν παίρνω χαμπάρι,
Πείσμα εσύ, πείσμα κι εγώ, δεν κάνω πίσω
Κι αν δε νικήσω, ήσυχο δε θα σ’ αφήσω.
Εγώ δεν πάω με τα νερά σου σαν άλλους,
Δίνω κλωτσιά εγώ στους κώλους τους μεγάλους,
Βλέπεις, καλώς ή κακώς, πολλά τους τα ‘χω μαζεμένα,
Κράτα τα δύσκολα λοιπόν, καιρέ, για μένα.
Κι αν με πετύχεις με σκυμμένο το κεφάλι,
Να με χτυπάς πιο δυνατά, να ‘ρθω στα ίσα μου πάλι
Κι αν πάνε όλα μου κι εμένα τσάμπα κι άδικα,
Τότε Τζαβέλα ραντεβού στα γουναράδικα.

Published in: on Οκτώβριος 1, 2012 at 7:45 μμ  Σχολιάστε  

Μάνος Χατζιδάκις

Λένε πως οι καλλιτέχνες είναι είτε κομμουνιστές είτε ομοφυλόφιλοι. Εγώ πάντως δεν είμαι κομμουνιστής…

Published in: on Σεπτεμβρίου 1, 2012 at 3:13 μμ  Σχολιάστε  

We’re Not Gonna Take It

We’re not gonna take it
No, we ain’t gonna take it
We’re not gonna take it anymore

We’ve got the right to choose and
There ain’t no way we’ll lose it
This is our life, this is our song
We’ll fight a 1000 legions
Don’t pick our destiny ’cause
You don’t know us, you don’t belong

We’re not gonna take it
No, we ain’t gonna take it
We’re not gonna take it anymore

Oh you’re so condescending
Your goal is never ending
We don’t want nothin’, not a thing from you
Your life is trite and jaded
Boring and confiscated
If that’s your best, your best won’t do

Whoa…
Whoa…
We’re right/yeah
We’re free/yeah
We’ll fight/yeah
You’ll see/yeah

Oh we’re not gonna take it
No, we ain’t gonna take it
Oh we’re not gonna take it anymore

Oh we’re not gonna take it
No, we ain’t gonna take it
Oh we’re not gonna take it anymore
No way!

Whoa…
Whoa…
We’re right/yeah
We’re free/yeah
We’ll fight/yeah
You’ll see/yeah

We’re not gonna take it
No, we ain’t gonna take it
We’re not gonna take it anymore

We’re not gonna take it, no!
No, we ain’t gonna take it
We’re not gonna take it anymore

Just you try and make us
We’re not gonna take it
Come on
No, we ain’t gonna take it
You’re all worthless and weak
We’re not gonna take it anymore
Now drop and give me twenty
We’re not gonna take it
A Pledge pin
No, we ain’t gonna take it
On your uniform
We’re not gonna take it anymore

Twisted Sister

Published in: on Αύγουστος 9, 2012 at 9:50 μμ  Σχολιάστε  

Σκόρπιο…

Ο έρωτας, η εργασία και η γνώση είναι οι αστείρευτες πηγές της ζωής, αυτές πρέπει να την κυβερνούν.

 Βίλχελμ Ράιχ

Published in: on Μαΐου 1, 2012 at 5:42 μμ  Σχολιάστε  

Νυχτερινοί επισκέπτες

2 παππούδες παλεύουν σ’ ένα υπόγειο με τις λέξεις.

Ο Τάσος Λειβαδίτης κι ο Νίκος Καρούζος σ’ ένα διάλογο αυτοσχέδιο.

ώρα ελλάδος

22:15

Ν.Κ. Την καλησπέρα μου στα ιδανικά σας!

Τ.Λ. Τα βράδυα, τι όμορφα που μυρίζει η γη…

Ν.Κ. Βράδυ πολύφυλλο και φωτισμένο. Σα μίσχος άνθους ο χρόνος, αθώα υψουμένος

Τ.Λ. Θυμάσαι τις νύχτες; Για να σε κάνω να γελάσεις περπατούσα πάνω στο γυαλί της λάμπας.

Ν.Κ. Κάτι νύχτες με εθελούσιο μαύρο κάτι νύχτες από τεράστια αιμοχαρή φεγγάρια.

Τ.Λ. Μονάχα τ’άστρα. Και πέρα το βάθος του ολάνοιχτου ορίζοντα.

Ν.Κ. ‘Ωρες από μέθη στην αιθρία πρωινή κ’ύστερα νύχτα,νύχτα.

Τ.Λ. Θέ μου πόσο ήταν όμορφη, σαν ένα φωτισμένο δέντρο, μια παλιά νύχτα των Χριστουγέννων…

Ν.Κ. Χτες το φεγγάρι να ‘βλεπες-χάνεται μα η κίνηση τ’ανασταίνει τυλισμένο σε σύννεφα.

Τ.Λ. Κράτησε για πάντα το φεγγάρι. Τώρα όμωσ βράδιασε. Ας κλείσουμε την πόρτα κι ας κατεβάσουμε τις κουρτίνες γιατί ήρθε ο καιρός των απολογισμών. Ποιός είσαι; Καιρός να γνωριστούμε καλύτερα.

Ν.Κ. Είμαι των άστρων ο σκύλος. Με τα μάτια κοιτάζω ψηλά, με τα χέρια γιορτάζω τη λάσπη.

Εσύ ποιός είσαι;

Τ.Λ. Εγώ ποιός ήμουν; ‘Ενας πρίγκιπας του τίποτα,ένας τρελός για επαναστάσεις κι άλλα πράγματα χαμένα. Και κάθε που χτυπούσαν οι καμπάνες ένιωθα να κινδυνεύει η ανθρωπότητα κι έτρεχα να τη σώσω. ‘Ενοιωσα ντροπή μπροστά στους καλοντυμένους, και θανάσιμη ενοχή για όλους τους ταπεινωμένους και τους φτωχούς, είδα τη νεότητα να φεύγει, να σαπίζουν τα δόντια, θέλησα να σκοτωθώ, από δειλία ή ματαιοδοξία…

Ν.Κ. Εγώ δεν έζησα κ’η ομορφιά της Αττικής είν’όλο το ταξίδι μου.

Τ.Λ. Θυμάμαι όταν βγήκα απ’ τη φυλακή. Το κουρεμένο κεφάλι μου, στρογγυλό κι άδειο σαν την υδρόγειο. “’Οχι, δεν πεινάω” έλεγα στους φίλους που με προσκαλούσαν στο τραπέζι τους, ενώ την ίδια ώρα, άρπαζα κρυφά μια χούφτα κόλλυβα, από’να πιάτο ακουμπισμένο στη ραπτομηχανή. Που

βέβαια, τα’τρωγα ύστερα, στην τουαλέτα. ‘Ετσι χόρτασα στη ζωή μου: με νεκρούς, ταπεινώσεις, ποιήματα, χρονολογίες από παλιές καταστροφές κι οράματα από αυριανές επαναστάσεις.

Ν.Κ. Εγώ θέλω να είμαι ευγενέστερος και το να είμαι ευγενέστερος σημαίνει να αγωνίζομαι για την επικράτηση της αταξικής κοινωνίας.

Τ.Λ. Εγώ είμαι διεθνιστής και κρυώνω.

Ν.Κ. Εγώ πλανιέμαι άπεπλις.

Τ.Λ. Οι απεπλισμένοι γίνονται οι πιο καλοί επαναστάτες.

23:30

Ν.Κ. Κακότυχοι έλληνες με τρύπιο μεροκάματο, χρόνια και χρόνια ραγιάδες, γύρω κλαίνε μητέρες γύρω κλαίνε κορίτσια ο ένας τραγουδά τη λησμονιά ο άλλος την αγάπη.

Τ.Λ. Τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι, τα παράθυρα είναι τυφλά. Φυσάει.

Φυσάει μές απ’τα τρύπια βρακιά των ανέργων, φυσάει μέσα στην οργισμένη καρδιά του λαού.

Ν.Κ. Παιδιά γυναίκες άντρες στην οδό, υπηρέτριες με τις δικές τους ώρες, στα στήθη προσμονή…

Τ.Λ. Οι τράπεζες ξαπλωμένες στα φαρδειά πεζοδρόμια, σαν προϊστορικά ζώα που χωνεύουν τη λεία τους.

Ν.Κ. Εξουσία και θάνατος, μεσημέρια νεκρά, τ’ανθρώπινο κράτος στην ενεργό κοίμηση.

Τ.Λ. Τα αισθήματα στο Χρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία, δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση, ισολογισμοί, εκπρέθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές, χρεώγραφα. Η προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία, έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Μαρξ.

Ν.Κ. Μετά πάντων των αγίων κι ο Κάρολος Μαρξ αν έχασε στο καζίνο-δεν πειράζει. ‘Ηξερε ο μαύρος την ευτυχία του παίχτη και τα’δωσε όλα ασαβάνωτος στο κόκκινο.

00:00

Τ.Λ. Ηεξέγερση θα γίνει τα μεσάνυχτα,έλεγαν…είναι η ώρα που ανάβουν τα φώτα και για μια στιγμή γίνονται όλα τόσο πιθανά.

Ν.Κ. Στους δρόμους όπου ζήσαμε την προσωπίδα, κόκκινη με σταλαγματιές χρυσού, τέτοια περιπέτεια, τέταια ωραία ελπίδα.

Τ.Λ. Ελευθερώνοντας έτσι όρκους αλλοτινούς και τις πιο ωραίες χειρονομίες του μέλλοντος.

Ν.Κ. Από αγάπη στο αδέκαστο κενό από αλλοφροσύνη, για ένα ξέφωτο θα περιπολούμε.

Τ.Λ. Για όνομα του θεού, ησυχία- η ησυχία είναι απαραίτητη για να συμβούν ανήσυχα πράγματα.

01:30

Τ.Λ. Τελικά η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα. Ακολούθησαν ταραγμένες μέρες. Σκιές απ΄το παρελθόν εμφανίστηκαν στους δρόμους. Μεγάλες λέξεις δε λέγαν πια τίποτα και τις πετούσαν στους οχετούς…

Ν.Κ. Θυμάμαι μια μέρα που σκούπιζε το διάδρομο εκεί η θυρωρίνα και επειδή φώναζα λέξεις, την ακούω να λέει:

“Κύριε Νίκο,σας συμβαίνει τίποτα;”

λέω “τίποτα”.
“Α,με συγχωρείτε μου λέει.

Τ.Λ. Είναι η μαγεία που έχουν οι λέξεις, όταν δεν θέλουν να πουν τίποτα.

Ν.Κ. Πώς δοκιμάζουν τα όργανα οι μουσικοί πριν από έναρξη συναυλίας,έτσι κι εγώ τώρα χειριζόμενος λέξεις, ευαισθητισμός ευαισθησία αισθητισμός ευαισθησία και αισθητής το ευαίσθητον ευαισθησιακός ευαισθησιάζομαι ευαισθησιασμός ευ και αισθητικός και αισθησιακός αισθαντικός ίσως αισθ-ίσως αισθαν-ίσως αισθ-αδερφέ μου και Εσθήρ απ’τη Βίβλο. Αρχίζει με χειροκροτήματα το ποίημα.

02:24

Ν.Κ. Ο χώρος ειν’ αγκάλιασμα κι ο χρόνος λεφτοκάρυ-κι ο έρωτας γλυκό φιλί σε κρεμμυδένιο χείλι. Σαρανταβέργινο κλουβί ο κόσμος που με ζώνει.

03:17

Ν.Κ. Βρεθήκαμε σ’ ένα διάλειμμα του κόσμου ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Θα σωθούμε από μια γλυκύτητα, στεφανωμένη με αγκάθια.

Τ.Λ. Αν υπήρξαμε, είναι μόνο από τη νοσταλγία για κάτι που δεν υπήρξε ποτέ.

Ν.Κ. Κι ο βαθύς τριγμός να μας θυμίζει ότι υπάρχουμε, ότι είμαστε, για να μην αναρτηθούμε αν είχαμε ζωή πριν το θάνατο.

Τ.Λ. Και κοιτάζουμε το αινιγματικό παρελθόν ενώ απο κάπου ακούγεται μια μελωδία παιδική ξεχασμένη σαν ένας άγγελος που έχασε το δρόμο του. Τα όνειρα που κάναμε παιδιά, μας διαποτίζουν ολόκληρους.

Ν.Κ. Έτσι χανόμασταν έτσι θα χαθούμε στους λύκους ανάμεσα και στο θάνατο. Μ’ αρέσει να περπατώ σε τάφους μ’ ένα τραγούδι στη φτώχεια δοσμένο και πάντα ενάντιο στους κλέφτες της ανθρώπινης τύχης.

Τ.Λ. η νεότητα πέθανε, ας σκεπάσουμε τους καθρέφτες. Τα παιδιά φαντάσματα μας εγκατάλειψαν, ας φορέσουμε ένα σεντόνι κι ας πάρουμε τη θέση τους – οι γέφυρες τη νύχτα μοιάζουν με τα ηνία ενός μεγάλου αμαξιού, ποιός το οδηγεί; που μας πάει;

04:48

Ν.Κ. Τι μοναξιά τι μοναξιά, κοιμούνται οι νεκροί προσμένοντας τα νερά του χειμώνα.

Τ.Λ. έχουν εγκατασταθεί καλά, γιατί κανείς δεν ξέρει απο που να τους διώξει.

Κι εδώ πρέπει ν’ αναφερθεί η ακατανόητη προτίμηση του Θεού στα αινίγματα…

Ν.Κ. Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς (κανείς)!

Τ.Λ. Τελικά διάβηκε η ζωή, αλλά δεν το κατάλαβα.

Ν.Κ. Α, η ζωή τι παιδεμός, σαρώνει τη χαρά με θειάφι.

05:45

Ν.Κ. Να ξαι ο τρισάθλιος ήλιος. Μια χλεμπόνα στ’ ουρανού το κατεστημένο. Θραύει με νέο κίτρινο τις μέρες ο δυνάστης, με τις χοντρές αχτίδες του τα αιθέρια καταλεί.

Ν.Κ. Τι γλυκειά μητέρα η αύρα κι ο ήλιος ευγενής…

Δεν κεράστηκε άνθρωπος όσο μέσ’στο ξημέρωμα.

Τ.Λ. Συχνά μ’έβρισκε άγρυπνο το πρωί να χρωματίζω χάρτινα πουλιά και να περιμένω να κελαηδήσουν. Πιστεύω στα ωραία πουλιά που πετάγονται μεσ’απ’ τα πιό πικρά βιβλία, πιστεύω στο φίλο που συναντάς, άξαφνα μέσα σ’ένα παραμύθι, πιστεύω στο απίστευτο που είναι η πιό αληθινή μας ιστορία…

Ν.Κ. Μαζεύω ένα-ένα τα βήματα μου απ’τους ξένους δρόμους, ανηφορίζοντας και πάλι στα γοργά πουλιά, παλι θα φτερουγίσει τώρα η καρδιά, πάλι και πάλι.

06:30

Τ.Λ. Λοιπόν, τι κάνουμε εδώ και πότε θα αλλάξει ο κόσμος, γιατί όπως όλοι μας έζησα κι εγώ αφηρημένα – βέβαια αγάπησα τα ιδανικά της ανθρωπότητας, αλλά τα πουλιά πετούσαν…

(στο σημείο αυτό μπουκάρει απροσδόκητα στην υπόγα το φάντασμα του Μιχάλη Κατσαρού)

Μ.Κ. Πάψε τους ύμνους σου αστέ ποιητή Έλληνα Λειβαδίτη, για έρωτες σπίτια και ηρεμία, όσο ανθρώπινα κι αν είναι. Αύριο θ’ αναγκαστείς να φωνάξεις όπως άλλοτε μαζί μου – θάνατος στους τυράννους. Αύριο που η ζωή θα μας σφίγγει θα βγεις με την κορούλα σου στους δρόμους γεμάτος απορία μέσα στις φλόγες και δεν θ’ αναγνωρίζεις τίποτα. Έλα μαζί μου.

Τ.Λ… εδώ τέλειωσα. Ώρα να φύγω.

Ν.Κ. Θα σ’ εύρω κάποτε ψηλά, γυρίζοντας απ’ τον πλανήτη;

Τ.Λ. Ίσως όταν ξαναΐδωθούμε να μην ξέρει πιά καθόλου ο ένας τον άλλον. Έτσι που επιτέλους να μπορέσουμε να γνωριστούμε.

Λοιπόν, αντίο!

(ανεμίζει στο παράθυρο η κουρτίνα σα ν’ αποχαιρετάει κάποιον που μόλις έφυγε)

Ν.Κ. Πως πέρασαν τα χρόνια, που λέει κι ο παλιότερος ποιητής… ας ελπίζουμε πάντα για το καλύτερο κι ας κάνουμε τη ζωή μαχαίρι για να ισορροπήσει η μελαγχολία με τα πράγματα για να υπάρχουν ευτυχέστεροι οι άνθρωποι, στους αιώνες.

Published in: on Μαρτίου 19, 2012 at 8:17 μμ  2 Σχόλια  

Ντάριο Φο.Μύνημα προς αγανακτισμένους

Σ’ έναν καπιταλιστή δεν πρέπει ποτέ να λες: «αχ, σας παρακαλώ, θα μπορούσατε λιγάκι να μου κάνετε λίγο χώρο ν’ αναπνεύσω κι εγώ; θα μπορούσατε να είστε λίγο πιο καλός, με λίγη περισσότερη κατανόηση; Ας συμφωνήσουμε…»

Όχι. Ο μόνος τρόπος για να μιλήσεις μαζί τους είναι να τους στριμώξεις στον καμπινέ, να τους χώσεις το κεφάλι μέσα στη λεκάνη και να τραβήξεις το καζανάκι. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να φτιάξουμε έναν καλύτερο κόσμο, ίσως με λιγότερο φανταχτερές βιτρίνες, ίσως με λιγότερες λεωφόρους, αλλά με λιγότερες λιμουζίνες, με λιγότερους απατεώνες. Τους πραγματικούς απατεώνες, αυτούς τους μισάνθρωπους με τις χοντρές κοιλιές. Κι έτσι θα είχαμε δικαιοσύνη.

Έτσι, εμείς που βγάζουμε πάντα το φίδι απ’ την τρύπα για τους άλλους, θα μπορούμε επιτέλους να σκεφτούμε και τον εαυτό μας. Να κτίζουμε σπίτια που να ανήκουν σε μας…

να ζούμε μια ζωή που θά ‘ναι ολότελα δική μας. Να ζούμε σαν ολοκληρωμένοι άνθρωποι τέλος πάντων. Να ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου η επιθυμία σου να γελάσεις, ξεσπάει από μέσα σου σα γιορτή, η επιθυμία να παίξεις και να γιορτάσεις… κι επιτέλους να κάνεις μια δουλειά που να σ’ ευχαριστεί… σαν κανονικοί άνθρωποι κι όχι σαν ζώα που ζουν και υπάρχουν χωρίς χαρά και φαντασία.

Ένας κόσμος όπου μπορεί κανείς να δει ξανά ότι υπάρχει ακόμη ένας ουρανός… τα λουλούδια που ανθίζουν… ότι ακόμα υπάρχει άνοιξη… και τα κορίτσια που γελούν και τραγουδούν. Και όταν μια μέρα πεθάνεις, δε θα πεθάνεις σα γέρος, πεταμένος σα στιμένη λεμονόκουπα, αλλά σαν άνθρωπος που έζησε ελεύθερος κι ευχαριστημένος μαζί με τους άλλους ανθρώπους…»

Νταριο Φο μήνυμα προς αγανακτισμένους

Published in: on Φεβρουαρίου 18, 2012 at 9:51 μμ  Comments (1)  

Η μικρή χορεύτρια

Εχθές στο τσίρκο εχόρεψε κάποια μικρή χορεύτρια,
ωραία, μες στην τζεργκέρζικη, πολεμική στολή της,
κι όλοι με λάγνα, λαμπερά την εκοιτούσαν μάτια,
κι όλοι με κρύφια επιθυμιά ποθούσαν το φιλί της.

Χορεύοντας τραγούδαγε κάποιο γλυκό τραγούδι,
σε ξένη γλώσσα, που έλεγε για μακρινές πατρίδες,
για δέντρα, για ψηλά βουνά, για βρύσες κρουσταλλένιες,
και για Αμαζόνων πόλεμους, για θρύλους, για ηρωίδες.

Και χόρευε με ρυθμικές κι ανάλαφρες κινήσεις,
σαν το λουλούδι ετάνιζε τη λυγερή της μέση,
ορθώνοντας τα δάχτυλα, ύψωνε το κορμί της,
κι ύστερα πάλι ελύγιζε, σα να ΄θελε να πέσει.

Και το τραγούδι ετέλειωσε, κι έπαψε τον χορό της,
όμως κανείς δεν τόλμησε τα χέρια να χτυπήσει,
όλοι άφωνοι κοιτάζανε τα κόκκινά της χείλη,
όπου θριάμβου πρόσκαιρου χαμόγελο είχε ανθίσει.

Μα τη στιγμή που αλάλαξαν απ’ τη συγκίνησή τους,
σαν όλους κάποια μυστική φωνή να τους οδήγει,
η όμορφη χορεύτρια, με τα βαμμένα χείλη,
κάνοντας μιαν απότομη στροφή είχε πια φύγει.

Καββαδίας

 

Published in: on Δεκέμβριος 21, 2011 at 7:57 μμ  Σχολιάστε  

Μαθαίνεις

Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις
Και μαθαίνεις… μαθαίνεις
…με κάθε αντίο μαθαίνεις

Χόρχε Λούις Μπόρχες

Published in: on Δεκέμβριος 1, 2011 at 7:40 μμ  2 Σχόλια