Είπα να ζω

Είπα να ζω

Κει που ζητάν

Να το ξεχάσω

Να ασπαστώ

Τα δάκρυα μου

Πριν ξεσπάσω

Είμαι οι στιγμές

Που δε φοβούνται

Μην τις κλέψουν

Είμαι ο δρόμος

Που αδημονεί

Να αλητέψουν

Είπα να βγω

Απ’ τα σύνορα μου

Ψάχνω χάρτη

Να εξοριστώ

Στη ρεματιά

Ενός αντάρτη

Είμαι μια ώρα

Που αφήνει πίσω

Την κλεψύδρα

Είμαι μια χώρα

Για τους εχθρούς

Λερναία Ύδρα

Advertisements
Published in: on Μαρτίου 29, 2010 at 1:33 μμ  Σχολιάστε  

Η πομπή

Βλέπω μια πομπή τη λεωφόρο να κόβει στη μέση

Είναι μια κηδεία εργάτη που του’ λαχε να πέσει

Στο θάνατο που ο αφέντης του κρατάει πάντα μια θέση

Το μεροκάματο θανάσιμος τζόγος που κόβεται στη μέση

Κλειστός ο ουρανός, βουβό το μποτιλιάρισμα, αδιάφορη πόλη

Τα στεφάνια, ο παπάς, οι ανθοδέσμες, οι συνάδελφοι όλοι

Χαρούμενοι βαθιά που θα ζουν την επόμενη σχόλη

Οι κηδείες βγάζουν βόλτα τις μνήμες πριν μπουν στη φορμόλη

Πόσο απλά τ’ αφεντικά τελειώνουν τον εργάτη στο μνήμα

Ο ήλιος, οι βρισιές και τα γέλια με κομμένο το νήμα

Αμνηστεύει η πομπή τους φονιάδες απ’ το μεγάλο κρίμα

Και κάνει μια φορά ακόμα προς το θάνατο ένα βήμα

Μυξοκλάματ’ αγκαλιές κονιάκ συγγενείς και παιδιά

κόλυβα κατάρες κρασί του σαβάνου ψαλιδιά

Το εργοστάσιο δουλεύει αυτή την ώρα κατάμουτρη βρισιά

Βιαστικά η πομπή θα διαλυθεί σαν σπασμένη αρμαθιά

Δίχως μια γροθιά, μια κραυγή μ’ ένα θλιμμένο καλησπέρα

Αιώνια στη μνήμη σου το εργοστάσιο θα παράγει κάθε μέρα

Τ’ αφεντικό σε χαιρετά απ’ το καζίνο και την κρουαζιέρα

Οι συνάδελφοι βολεύονται σαν πιόνια στης κάλπης τη σκακιέρα

Published in: on Μαρτίου 29, 2010 at 1:28 μμ  Σχολιάστε  

Modus Vivendi

Να αφήνεσαι στης θάλασσας το ρεύμα

Να λιμνάζεις κει που πρόσκαιρα αγάπησες

Ν’ αναλώνεσαι διαγνώνοντας χωρίς σκοπό

Περιπτώσεις αθεράπευτες

Να πληθαίνεις

Να προσμένεις τάχα μιαν άνοιξη

Με τη νωχέλεια ηλιόλουστης ημέρας

Μέρας που άξαφνα ναυάγησε

Μες τις κατάφωτες παραθαλάσσιες πόλεις

Να πληθαίνεις

Να’ σαι κατάμονος κι όμως κρυμμένος

Κρυμμένος μέσα σε χιλιές καρδιές

Να περάσεις στο αίμα αυτών που σ’ αγκαλιάσαν

Σ’ αγκαλιάσαν πρόσκαιρα

Να πληθαίνεις

(Αλέξης Ασλάνογλου)

Published in: on Μαρτίου 29, 2010 at 1:25 μμ  Σχολιάστε  

Τα χρώματα

Θυμάσαι που περπάτησα στα χρώματα

Πάνω απ’ το φως τα ξημερώματα

Σαν άγιος και τρελός χαμογελούσα

Ήμουν χαρταετός και μ’ αμολούσα

Μπορώ από τότε τα μικρά μου θαύματα

Αφού διαλέξω ώρα τόπο πράγματα

Δεν είναι οι ευχές μου παραμύθι πια

Τις έχω αρπάξει με το χέρι απ’ τα μαλλιά

Όμως να ξέρεις κανείς δεν ήταν έτσι πάντα

Δεν του’ δωσαν μια δύναμη που έκανε τα κουμάντα

Ανοίγεις πάντα δρόμο σε πολλούς χάρτες μαζί

Κι αυτός είναι ο δρόμος σου που θα σ’ ακολουθεί

Χάδι που πέτρωσε σα διαταγή

Στοιχειώνει πάντα την παιδική μου γη

Σπασμένο τ’ όνομα μου στον καθρέφτη

Σπασμένο γέλιο από τ’ όνειρο μου πέφτει

Βρισιές μου κλέψαν τα φωνήεντα

Τα σύμφωνα φτωχά αλλά βαρυσήμαντα

Φωνές που πλέξαν τα κλαδιά τους στα δικά μου

Πήραν μαζί τους μακριά τα όρια μου

Όμως να ξέρεις δεν μπορεί να είναι έτσι πάντα

Εσύ βρίσκεις τη δύναμη που κάνει τα κουμάντα

Ανοίγεις πάντα δρόμο σε πολλούς χάρτες μαζί

Κι αυτός είναι ο δρόμος σου που θα σ’ ακολουθεί

Ούτε στιγμή δεν σ’ έκανα στην άκρη

Μα ούτε και σε χτύπησα ποτέ στην πλάτη

Δεν μου’ πες αν πιστεύεις πως υπάρχει δρόμος

Σε συναντώ μα και σε χάνω ταυτοχρόνως

Βλέπεις τα χρώματα το φως τα ξημερώματα

Σταγόνες στο παρμπρίζ ψεύτικ’ αρώματα

Στην πόρτα μας αδημονούν τα θαύματα

Όλα απ’ τη ζωή κλεμμένα πράγματα

Όμως έχε το στο νου σου δε θα’ ναι έτσι πάντα

Κάθε σταυροδρόμι κρύβει μια ιντιφάντα

Από τη μια δειλοί και ήρωες από την άλλη θαύματα

Μη βιάζεσαι ποτέ σου’ χω σκεπάσματα

Published in: on Μαρτίου 29, 2010 at 1:23 μμ  Σχολιάστε  

Με λες επίθεση

Κοίταξε γύρω στο θλιμμένο σου σαλόνι
μια μοναξιά που αντιφεγγίζει στην οθόνη
δες ένα πτώμα στο μεγάλο σου καθρέφτη
έτσι είσαι πίσω απ’ τη νιότη σου π’ αστράφτει
νιώσε το μέτρο του κανόνα που επιμένει
απ’ τα ρολόγια τη ζωή να ξαποστέλνει
νιώσε τη σύμβαση στα παγωμένα γέλια
φωτογραφίες από άθλια τσιφτετέλια

Με λες επίθεση καταστροφή αποσύνθεση
με λέω άμυνα φωτιά και σύνεση
με λες απίθανο ψυχωτικό απόλυτο
με λέω άκομψο τρελό κι αμόλυντο

Τόλμα μια βόλτα στα σκοτεινά προάστια
δες ένα πάθος μια αγκαλιά τεράστια
πόνος και αίμα μπερδεύει τις κουλτούρες
πως βαβουριάζουν της καριέρας οι κουμπούρες
πως παιδιαρίζουν οι αλήτες στα φανάρια
πως κοροιδεύουν της ζωής τ’ αναστενάρια
ενώ αποστρέφεσαι εικόνες που δαγκώνουν
οι άσπρες λωρίδες του δρόμου σε καρφώνουν

Λες τι να κάνω δεν γαμιέσαι ξεφορτώσου
λεω τη ζώνη να φορέσεις θα σε λιώσουν
λες ειρωνεύεσαι τσογλάνι και δεν ξέρεις
λέω δεν έχεις χρόνο μιζέρια περιφέρεις

Έμποροι πρότειναν αμύθητη πενία
και συ λιμπίζεσαι αφόρητη ανία
τα κράτη μάτωσαν της γειτονιάς τον χάρτη
και ‘συ μαζεύεις τα κομμάτια σου απ’ το πάρτυ
μπάτσοι σκαρφίζονται νυχτερινά παιχνίδια
στου τρίτου κόσμου τ’ αποκαίδια
το ίδιο αίμα οι ίδιες στάχτες θα σκεπάσουν
τα όνειρα σου οι εφιάλτες θα ξεράσουν

Με λες αλάνι χαώδη κολλημένο
ό,τι μπορώ κάνω αλλά και σε προσμένω
ώρα την ώρα αποφασίζεις ότι ορίζεις
αλλά ποτέ μην πεις ότι δε γνωρίζεις

Published in: on Μαρτίου 15, 2010 at 8:21 μμ  Σχολιάστε  

Οι κούφιοι άνθρωποι

Οι κούφιοι άνθρωποι
Στίχοι: Thomas Elliot
Μουσική: Ωχρά Σπειροχαίτη
Πρώτη εκτέλεση: Ωχρά Σπειροχαίτη

Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι,
οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι
σκύβοντας μαζί
κεφαλοκαύκι γεμισμένο άχυρο. Aλίμονο!
οι στεγνές φωνές μας όταν
ψιθυρίζουμε μαζί
είναι ήσυχες κι ανόητες
σαν άνεμος σε ξερό χορτάρι
ή πόδια ποντικών σε σπασμένο γυαλί
στο ξερό μας κελάρι

σχήμα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα,
παραλυμένη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση

αυτοί που πέρασαν
με ολόισια μάτια, στου θανάτου το άλλο βασίλειο
μας θυμούνται -αν καθόλου μας θυμούνται-
σαν κούφιους ανθρώπους
σα βαλσαμωμένους

μάτια δεν τολμώ να δω στα όνειρα
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
αυτά δεν εμφανίζονται εκεί:
τα μάτια είναι
ηλιόφως σε μια σπασμένη κολώνα
εκεί, είναι ένα δέντρο χορεύοντας
και φωνές
στου ανέμου το τραγούδισμα
πιο μακρινές και πιο τελεστικές
από ένα μαραμένο αστέρι

ας είμαι όχι πιο κοντά
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
ας φορέσω επίσης
τις μεταμφιέσεις
αρουραίου τρίχωμα, κοράκου δέρμα, κουρελούδες
σ’ έναν αγρό
φερόμενος όπως φέρεται ο άνεμος
όχι πιο κοντά

όχι αυτή την τελική συνάντηση
στου λυκόφωτος το βασίλειο

αυτή είναι η νεκρή χώρα
αυτή είναι του κάκτου η χώρα
εδώ τα πέτρινα είδωλα
σηκώνονται, εδώ λαμβάνουν
την ικεσία ενός χεριού νεκρού ανθρώπου
κάτω απ’ το σπίθισμα σβησμένου άστρου

αυτό είναι σαν αυτό
στου θανάτου το άλλο βασίλειο
ξυπνώντας μόνοι
την ώρα που είμαστε
τρέμοντας με τρυφερότητα
χείλη που θα φιλούσαν
κάνουν προσευχές σε τσακισμένες πέτρες

αόμματοι
αν δεν τα μάτια μας ξαναφανούν
όπως το αέναο άστρο
του πολύφυλλου ρόδου
στου θανάτου το λυκοφωτικό βασίλειο
η ελπίδα μόνο
των κενών ανθρώπων
των άδειων ανθρώπων

μεταξύ ιδέας
και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης
και δράσης
πέφτει η σκιά

μεταξύ αντίληψης
και δημιουργίας
πέφτει η σκιά

η ζωή είναι πολύ μακριά

μεταξύ πόθου
και σπασμού
μεταξύ δύναμης
και ύπαρξης
μεταξύ ουσίας
και πτώσης
πέφτει η σκιά
γιατί δικό σου είναι το βασίλειο

γιατί δική σου είναι η ζωή
γιατί η ζωή σου είναι δική σου
δική σου

αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος
όχι μ’ ένα πάταγο αλλά μ’ ένα λυγμό

Published in: on Φεβρουαρίου 13, 2010 at 11:32 πμ  Comments (1)  

ΤΑ ΕΘΝΙΚΑ ΤΑ ΙΔΕΩΔΗ

ΤΑ ΕΘΝΙΚΑ ΤΑ ΙΔΕΩΔΗ

Τα εθνικά τα ιδεώδη χάπια της αποχαύχωσης
που τα πλασάρουν οι εμπόροι σε χαύνους καταναλωτές
πατρίδα έννοια συνώνυμη με την απάτη και τη βία
οι νταβατζήδες της μιζέριας μας υμνούν τα όσια της φυλής

Εκπαιδευτήριο φονιάδων ναός του παραλογισμού
ένα σκοτάδι οπλισμένο που στόχο βάζει το μυαλό
χωρίς ανθρώπινη ουσία μια παγωνιά ασφυκτική
οι ένοπλες δυνάμεις είναι τα δόντια των αφεντικών

Η μοναξιά μου η χακένια σα βαθμοφόρος μ’ απειλεί
με πειθαρχείο ή με τρελάδικο κι έτσι σαλτάρω απ’ τη σκοπιά
έχω ένα όπλο λαδωμένο και σφαίρες έχω αρκετές
αντί μονάχα στο κορμί μου γιατί δεν ρίχνω και σ’ αυτούς

Published in: on Φεβρουαρίου 13, 2010 at 11:25 πμ  Σχολιάστε  

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Απελπίζομαι καθολικά
φώτα ανάβουνε και σβήνουν ξαφνικά
άσκοπα ξενύχτια με πολιορκούν
μουσικές θανάτου μέσα μου ξυπνούν

Εαυτέ μου αποκλειστικέ
το παρόν σου είναι κάτι σαν ποτέ
τα μπαράκια τα χωνεύουν οι καπνοί
έρωτες φευγάτοι πυροβολισμοί

Το ένστικτό μου δεν μου απαντά
όλα ορίζονται με πλάνα μαζικά
ό,τι αγαπώ εξαϋλώνεται
σλόγκαν διαφημιστικό και σώνεται

Αδιέξοδο νυχτερινό
σα βαλσάκι σ’ ένα φιλμ εμπορικό
χίλιοι τοκογλύφοι με κυκλώνουνε
με δημοπρατούνε και μαλώνουνε

Απουσίες μου ανώνυμες
και φυγές μου τόσο ηλίθια νόμιμες
αν υπάρχει κάτι πρέπει να το βρω
μην τους δώσω την χαρά και τρελαθώ

Ξημερώνει με βεγγαλικά
όλα πήγαν από την αρχή στραβά
αϋπνίες τάχα είπα ερωτικές
κι από κάτω χόρευαν οι αναστολές

Published in: on Φεβρουαρίου 13, 2010 at 11:22 πμ  Σχολιάστε  

Ρέκβιεμ για το Νίκο

Ρέκβιεμ για το Νίκο

Νύχτα Γενάρη μαθητικά
πόλη που καίγεται λουλούδι π’ ανθίζει
μάτια που χαίρονται ανταύγειες του χάους
σκιάχτρα σκιαγμένα τυράννων υπάλληλοι

Στο χαλασμό ο Νίκος με βρίσκει
με τραβάει απ’ το χέρι βόλτα να πάμε
στην Κάνιγγος λέει ο μπάτσοι συντονίζονται
να δούμε πρώτα και μετά να τα «χώσουμε»

Βραχνή η φωνή βραχνή και η βόλτα
στην πλατεία μας στρίμωξαν στα χέρια μας κόζαραν
μας πέταξαν κούτσουρα σε καπνισμένους ματάδες
χτυπάγαν γελώντας οι παρακρατικοί

Σφίξε το χέρι μου ματωμένος μη γελάς
το πείσμα δεν τσακίζεται μα σε χτυπήσανε πολύ

Ο χρόνος κύλησε χωρίς περιστροφές
τον Νίκο διέκρινες μέσα στους αρνητές
δεκαεννιάχρονα κείμενα και φωνές
φιγούρα που διαγράφονταν από τις φωτιές

Μπροστά του βγήκε ραντεβού με τον στρατό
κλαγγή γνωστή ταπείνωσης κάλεσμα
νωρίς για το Νίκο συνείδησης παίδεμα
ρημάδα απόφαση γι’ ανάπηρους δρόμους

Ολόκληρους μήνες έξη φαγώθηκε
η βραχνή του σάλπιγγα σαρακώθηκε
είπε θα πάω κι ας πάει στο διάολο
παράταιρη πίστη στο μέλλον που ράγιζε

Σφίξε το χέρι μου καθώς βαραίνει ο ουρανός
ο κίνδυνος σαρκώνεται όταν εμείς κοιτάμε αλλού

Βουβή συναίνεση μπροστά στο χαρτί
Κιλκίς ορίστηκε η δύσκολη στιγμή
οι γονείς γελούσαν ξεχρέωναν νωρίς, όμως
στην «καθώς πρέπει» μοίρα ο εφιάλτης κυριαρχεί

Η απόφαση έπεισε όλους τους άλλους
μα ο Νίκος δε χωρούσε πια πουθενά
στο ξενοδοχείο αφήνει τα πράγματα
κι η βόλτα στην πόλη χακί μέγγενη

Το ξημέρωμα φέρνει βιασμό ανελέητο
η κουστωδία δημίων έχει παραταχθεί
μα ο Νίκος πυρακτωμένος στο δικό του οδόφραγμα
απ’ το δώμα γελάει κι απογειώνεται

Σφίξε το χέρι μου ματωμένος μη γελάς
Σε κανένα δεν χαρίστηκες κι αμήχανους μας χαιρετάς

Published in: on Φεβρουαρίου 13, 2010 at 11:18 πμ  Σχολιάστε  

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΛΥΠΗΜΕΝΗ ΧΩΡΑ

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΛΥΠΗΜΕΝΗ ΧΩΡΑ

Οι μέρες είναι μαγικές
όταν μπορούμε και γελάμε δίχως φόβο
όταν δεν έχει θάνατο του πρωινού καφέ η κουβεντούλα
οι μέρες είναι φυλακές
όταν ανοίγουν τα ντοσιέ οι στρατοδίκες
οι μέρες είναι φυλακές
όταν χτυπάνε κάρτα οι βασανιστές

ο χρόνος είναι μαγικός
όταν δεν κρύβονται χαφιέδες στα ρολόγια
όταν γερνάμε σίγουροι με το κεφάλι στο λαιμό μας
ο χρόνος είναι πανικός
όταν η νύχτα πλημμυρίζει βαθμοφόρους
ο χρόνος είναι πανικός
όταν μας ζώνει μια τεράστια διαταγή

η πόλη είναι μαγική
όταν φιλιόμαστε στο πάρκο δίχως φόβο
όταν δεν γίνονται έφοδοι στα καφενεία και στους σινεμάδες
η πόλη είναι ασφυκτική
όταν την πνίγουν τα εθνικά ιδεώδη
η πόλη είναι ασφυκτική
όταν ξυπνάμε με εμβατήρια χακί

Η βίαιη αντίσταση είναι η μόνη ελπίδα
σε μια χώρα δίχως ελπίδα και φωνή

Published in: on Φεβρουαρίου 13, 2010 at 11:17 πμ  Σχολιάστε