Τους είπαν να διαλέξουν…

Τους είπαν να διαλέξουν αν θέλουν να γίνουν βασιλιάδες ή αγγελιαφόροι βασιλιάδων.
Όπως τα παιδιά θέλησαν όλοι να γίνουν αγγελιαφόροι.
Γι’ αυτό υπάρχουν μονάχα αγγελιαφόροι, που τρέχουν ολόγυρα στον κόσμο και,
μιας που δεν υπάρχουν διόλου βασιλιάδες,
φωνάζουν ο ένας στον άλλον τα ακατανόητα μηνύματά τους.
Ευχαρίστως θα έδιναν ένα τέλος στην ελεεινή ζωή τους,
αλλά δεν το τολμούν να παραβούν τον όρκο της υποταγής τους.

Published in: on Μαΐου 21, 2010 at 12:47 πμ  Σχολιάστε  

Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΣΕΙΡΗΝΩΝ

Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΣΕΙΡΗΝΩΝ

*

ΟΠΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΟΤΙ σωτήρια μπορεί να φανούν και τα ανεπαρκή, ακόμη και τα παιδαριώδη μέσα:

Για να προφυλαχτεί από τις Σειρήνες, ο Οδυσσέας έφραξε τα αυτιά του με κερί και έβαλε να τον αλυσοδέσουν στο κατάρτι. Κάτι ανάλογο, ασφαλώς, θα μπορούσαν να κάνουν ανέκαθεν όλοι οι ταξιδιώτες -εκτός από εκείνους που οι Σειρήνες πρόφταιναν να τους σαγηνεύσουν από μακριά- ήταν όμως παγκοσμίως γνωστό ότι δεν ωφελούσε. Το τραγούδι των Σειρήνων διαπερνούσε τα πάντα, και το πάθος των σαγηνευμένων δεν ήταν ικανό να σπάσει μόνο αλυσίδες και κατάρτια. Αυτό ο Οδυσσέας δεν το σκέφτηκε, αν και πολύ πιθανόν το είχε ακουστά. Εναπέθεσε τις ελπίδες του σε μια χούφτα κερί και μια αρμαθιά αλυσίδες, και γεμάτος αθώα χαρά για τα πενιχρά του μέσα, έβαλε πλώρη για τις Σειρήνες.

Οι Σειρήνες όμως έχουν ένα όπλο πιο φοβερό και από το τραγούδι: τη σιωπή τους. Και πιθανότερο, παρόλο που δεν έτυχε ποτέ, θα ήταν να γλιτώσεις από το τραγούδι τους, παρά από τη σιωπή τους. Τίποτε στον κόσμο αυτόν δεν μπορεί να αντισταθεί στο αίσθημα πως τις νίκησες με το σπαθί σου, ούτε στην αλαζονεία που επακολουθεί και σαρώνει τα πάντα.

Κι η αλήθεια είναι πως δεν τραγουδούσαν οι τρομερές Σειρήνες καθώς τις ζύγωνε ο Οδυσσέας – γιατί πίστευαν, ίσως, ότι με τη σιωπή τους μόνο θα νικούσαν τούτο τον αντίπαλο – εκτός κι αν, βλέποντας τόση ευτυχία στο πρόσωπο του Οδυσσέα, που μόνο το κερί σκεφτόταν και τις αλυσίδες του, λησμόνησαν κάθε τραγούδι.

Ο Οδυσσέας όμως, τη σιωπή τους, ας μου επιτραπεί η έκφραση, δεν την άκουσε: του φάνηκε πως τραγουδούσαν, και πως μόνο εκείνος δεν τις άκουγε, επειδή είχε λάβει τα μέτρα του. Πριν ξεκινήσει, έριξε μια κλεφτή ματιά, είδε τον καμπυλωμένο λαιμό, τις βαθιές ανάσες, τα δακρυσμένα μάτια, το μισάνοιχτο στόμα, και πίστεψε πως όλα αυτά συνόδευαν τις άριες που ανάκουστες αντηχούσαν γύρω του. Κι έπειτα δεν τις ξανακοίταξε, γύρισε το βλέμμα του πέρα, μα­κριά, κι εμπρός στην αταλάντευτη απόφασή του οι Σειρήνες κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν, τόσο που, κι όταν βρέθηκε κοντά τους, μήτε που τις πρόσεξε.

Εκείνες όμως, ωραιότερες παρά ποτέ, συστρέφονταν, τεντώνονταν, παράδερναν τα απαίσια μαλλιά τους με τον άνεμο, και τα γαμψά τους νύχια σέρνονταν πάνω στα βράχια. Και πια δεν ήθελαν να ξελογιάσουν – μόνο να κρατήσουν ένα καθρέφτισμα από τα μεγάλα μάτια του Οδυσσέα ήθελαν, όσο γινόταν πιο πολύ.

Αν οι Σειρήνες είχαν συνείδηση, εκείνη η φορά θα ήταν το τέλος τους. Τίποτε δεν έπαθαν όμως – απλώς, ο Οδυσσέας τους ξέφυγε.

Στην ιστορία αυτή υπάρχει πάντως κι ένα υστερόγραφο: Ο Οδυσσέας ήταν, λένε, τόσο πολυμήχανος, τέτοια αλεπού, που μήτε η Θεά του Πεπρωμένου δεν μπορούσε να διαβάσει την ψυχή του. Και ίσως, αν και κάτι τέτοιο υπερβαίνει την ανθρώπινη λογική – ίσως να πρόσεξε στ’ αλήθεια πως σωπαίναν οι Σειρήνες, κι όλες αυτές οι προσποιήσεις που αναφέραμε, ήταν κάτι σαν ασπίδα, που την όρθωσε μπροστά τους, και μπροστά στους θεούς.

Published in: on Φεβρουαρίου 27, 2010 at 4:07 μμ  Σχολιάστε  

Μπροστά στο Νόμο

Franz Kafka
Μπροστά στο Νόμο
(1925)
Μπροστά στο νόμο στέκει ένας θυρωρός, σ’ αυτό το θυρωρό έρχεται ένας χωρικός
και ζητά να μπει μέσα. Μα ο θυρωρός λέει πως δεν μπορεί να τον αφήσει τώρα
να μπει. Ο άνθρωπος συλλογιέται και ύστερα ρωτά μήπως θα μπορούσε να μπει
αργότερα. «Ίσως», λέει ο θυρωρός, «τώρα όμως όχι». Μα η πύλη είναι ανοιχτή
όπως πάντα και καθώς παραμερίζει ο θυρωρός, σκύβει ο άνθρωπος, για να κοι-
τάξει μέσα από την πύλη. Μόλις το αντιλήφθηκε αυτό ο θυρωρός, γελάει και λέ-
ει: «Αν τόσο σε σκανδαλίζει η πύλη, δοκίμασε να μπεις, μ’ όλο που σου το απα-
γόρεψα. Πρόσεξε όμως: είμαι δυνατός. Και δεν είμαι παρά ο έσχατος απ’ όλους
τους θυρωρούς. Από αίθουσα σε αίθουσα είναι κι άλλοι θυρωροί, ο ένας πιο δυ-
νατός από τον άλλο. Τη θέα του τρίτου ούτ’ εγώ καλά-καλά μπορώ να την αντέ-
ξω». Τέτοιες δυσκολίες δεν τις περίμενε ο χωρικός. Ο νόμος ωστόσο πρέπει να
‘ναι στον καθένα και πάντα προσιτός, σκέφτεται, και καθώς τώρα κοιτάζει προ-
σεχτικά τον θυρωρό, τυλιγμένο στο γούνινο πανωφόρι του, με τη μεγάλη σουβλε-
ρή του μύτη, με τη μακριά, αραιή, μαύρη, τατάρικη γενειάδα, αποφασίζει πως
είναι καλύτερα να περιμένει μέχρι να πάρει την άδεια να μπει. Ο θυρωρός του
δίνει ένα σκαμνί και τον αφήνει να καθίσει πλάι στην πύλη. Εκεί δα κάθεται μέ-
ρες και χρόνια. Κάνει πολλές προσπάθειες να του επιτρέψουν να μπει και κου-
ράζει τον θυρωρό με τα παρακάλια του. Ο θυρωρός τού κάνει συχνά μικρές ερω-
τήσεις, τον ρωτάει για τον τόπο του και για πολλά άλλα. Μα οι ερωτήσεις του εί-
ναι αδιάφορες, όπως αυτές που κάνουν οι μεγαλοκύριοι και στο τέλος του λέει
πάντα πως δεν μπορεί ακόμα να τον αφήσει να μπει. Ο άνθρωπος, που ήταν κα-
λά εφοδιασμένος για το ταξίδι του, τα ξοδεύει όλα, ακόμη κι ό,τι πολύτιμο είχε,
για να εξαγοράσει τον θυρωρό. Εκείνος τα δέχεται βέβαια όλα κι έπειτα λέει: «Τα
δέχομαι μόνο και μόνο για να μη νομίσεις πως παράλειψες τίποτα». Όλα αυτά τα
πολλά χρόνια ο άνθρωπος παρατηρεί το θυρωρό αδιάκοπα. Απολησμονάει τους
άλλους θυρωρούς κι αυτός ο πρώτος τού φαίνεται το μοναδικό εμπόδιο για να
μπει στο νόμο. Καταριέται την κακή του τύχη. Τα πρώτα χρόνια χωρίς συγκρα-
τημό και δυνατά, αργότερα, όσο γερνάει, μουρμουρίζει μόνο. Αρχίζει να ξεμω-
ραίνεται και, μια και μελετώντας χρόνια το θυρωρό γνώρισε και τους ψύλλους
του γούνινου γιακά του, παρακαλεί και τους ψύλλους να τον βοηθήσουν και ν’
αλλάξουν τη γνώμη του θυρωρού. Τέλος, εξασθενίζει το φως του και δεν ξέρει αν
γύρω του στ’ αλήθεια σκοτεινιάζει, ή αν μοναχά τα μάτια του τον απατούν. Ωστό-
σο, τώρα διακρίνει μέσα στο σκοτάδι μια λάμψη, που ξεχύνεται άσβεστη μέσα
από του νόμου την πύλη. Δεν έχει πια πολλή ζωή. Πριν από το θάνατό του σμί-
γουν οι πείρες όλης του της ζωής σε ένα ερώτημα, που ποτέ ως τα τώρα δεν είχε
βάλει στο θυρωρό. Του γνέφει, γιατί δεν μπορεί πια ν’ ανασηκώσει το ξυλιασμένο
κορμί του. Ο θυρωρός πρέπει να σκύψει πολύ κοντά του, γιατί ο άνθρωπος έχει
πολύ μαζέψει. «Τι θες ακόμα να μάθεις;» ρωτάει ο θυρωρός, «είσαι αχόρταγος…».
«Όλοι αγωνίζονται για το νόμο», λέει ο άνθρωπος, «πώς γίνεται να μην έχει ζητή-
σει όλα αυτά τα χρόνια κανένας άλλος εκτός από μένα να μπει;» Ο θυρωρός νιώ-
θει πως ο άνθρωπος είναι πια στο τέλος του κι επειδή χάνεται η ακοή του, φωνά-
ζει στ’ αυτί του μ’ όλη τη δύναμη της φωνής του για να τον ακούσει: «Κανένας
άλλος δε μπορούσε να γίνει δεκτός εδώ, γιατί η είσοδος ήταν για σένα προορι-
σμένη. Πηγαίνω τώρα να την κλείσω.»

Published in: on Φεβρουαρίου 12, 2010 at 8:07 μμ  Σχολιάστε  

Φραντς Κάφκα (Τσέχος συγγραφέας)

  • «Ο δρόμος της αλήθειας περνάει πάνω από ένα σκοινί που δεν είναι τεντωμένο σε μεγάλο ύψος, αλλά ακριβώς λίγο πιο πάνω από τη γη. Φαίνεται περισσότερο να προορίζεται να σκοντάφτουν οι άνθρωποι, παρά να βαδίζουν πάνω σ’ αυτό.»
Published in: on Φεβρουαρίου 12, 2010 at 8:06 μμ  Σχολιάστε  

ο τρόμος της τέχνης είναι

ότι το όνειρο αποκαλύπτει την πραγματικότητα

Φράντς Κάφκα

Published in: on Φεβρουαρίου 12, 2010 at 8:05 μμ  Σχολιάστε